Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλβανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλβανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21/2/12

"Αυτοί είναι ζώα"


"Γ: [...] Είχαμε συλλάβει τρεις γυναίκες οι οποίες ήτανε λες και είχανε βγει από τα καλλιστεία. Πανέμορφες γυναίκες με τακούνια, δηλαδή φαινότανε ότι δεν είχανε περπατήσει καθόλου. Προφανώς περιμένανε κάποιους να έρθουν να τις πάρουνε και έτυχε να τις βρούμε εμείς. Αυτό που ακολουθούσε είναι αυτό που σου έλεγα. Τους πηγαίναμε στο φυλάκιο, όπου κάνανε όλες τις δουλειές. Άγραφος νόμος... Υπήρχανε και βιασμοί. Αυτές τις τρεις κοπέλες για παράδειγμα τις κατεβάσανε στο λόχο και έμαθα ότι τις είχανε βάλει στις τουαλέτες που πηγαίνανε οι φαντάροι, τις είχανε κλειδώσει εκεί μέσα και κάποιοι το βράδυ... πηγαίνανε και – τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς κάνανε, αλλά είχα μάθει ότι είχε γίνει ιστορία. Αυτό ήτανε το καθεστώς σε όλα τα φυλάκια. Στα οποία δεν είχε πέσει κάποια γραμμή από το στρατό επίσημα ότι αν αντιληφθούμε κάτι, ότι οι στρατιώτες φέρονται άσχημα και τέτοια πράγματα, ότι θα φάει ποινές και τέτοια. Ήταν σα να σου έλεγε ο διοικητής σου ότι κάν’το. Συνήθως αυτό λέγανε. Ή ότι, «μην τους λυπάσαι», ότι «όπου τους βρείτε γαμήστε τους»... κανονικά, τέτοια λέγανε. Οι πιο βάρβαρες συνθήκες ήτανε στο λόγο, έτσι; Που ήτανε ένα μπουντρούμι...

Π: Απ’ ό,τι καταλαβαίνω ήταν κάτι σαν κρατητήριο, έτσι;

Γ: Ήταν το κεντρικό, δηλαδή όσους μαζεύανε τα φυλάκια, τους κρατάγανε σε ένα μπουντρούμι που ήτανε γύρω στα πέντε επί πέντε. Εμένα ας πούμε το ταβάνι μου έφτανε μέχρι τον ώμο. Δηλαδή καθόσουνα σκυφτός εκεί μέσα, δεν μπορούσες να καθίσεις όρθιος και συν τοις άλλοις ήταν γύρω γύρω και σαν καταψύκτης. Είχε πιάσει πάγο. Τρεις μήνες το χρόνο είχε μόνιμα πάγο εκεί μέσα. Εκεί μέσα στοιβάζονταν... τι να σου πω; Έτσι όπως το φαντάζομαι εγώ, δέκα άτομα χωράνε-δε χωράνε. Εκεί μέσα βάζανε γύρω στα... εξήντα; Ο ένας πάνω στον άλλο. Και κάθε Παρασκευή πέρναγε η κλούβα της αστυνομίας. Αυτές ήταν οι συνθήκες. Καθόντουσαν μια βδομάδα εκεί μέσα και βγαίνανε για περίπου μισή ώρα με είκοσι λεπτά την ημέρα έξω. Τους βγάζαμε στον ήλιο. Είτε για να κατουρήσουν, να πάνε να κάνουν την ανάγκη τους οι άνθρωποι. Παράλληλα γι’αυτούς ήταν η ώρα του φαγητού. Όπως και για μας ήταν η ώρα του φαγητού. Και χαρακτηριστικά θυμάμαι ότι ήτανε μια Κυριακή που στο λόχο –είχα κάτσει δυο βδομάδες στο λόχο- είχαμε μπριζόλα. Καθόμουνα στο εστιατόριο και έτρωγα. Και έβλεπα το σκοπό που άνοιγε την πόρτα για να βγουν έξω από το μπουντρούμι οι Αλβανοί. Και είχαμε ένα σκύλο απ’ έξω δεμένο, ένα λυκόσκυλο, που έτρωγε μπριζόλες. Και οι Αλβανοί τρώγανε ψωμί σκέτο. Και το είδα αυτό το πράγμα από μέσα και τρελάθηκα. Και πήρα το φαΐ μου όπως ήμουνα, βγήκε έξω και το έδωσα. Στους Αλβανούς. Με είδε ο λοχαγός, ήτανε στο δικό του το σπιτάκι, εκεί που έμενε, και ήρθε τρέχοντας. Και κλώτησε το δίσκο. Τον κράταγε τον δίσκο ένας Αλβανός και του τον κλώτσησε από τα χέρια, έπεσε η μπριζόλα κάτω και την έφαγε κι αυτή ο σκύλος. Και οι Αλβανοί κοιτάγανε που έτρωγε ο σκύλος την μπριζόλα. Και μένα μου έριξε δέκα μέρες φυλακή με χριστοπαναγίες, «είσαι μαλάκας κι αυτά που κάνεις είναι μαλακίες» και τέτοια. «Αυτοί είναι ζώα»... και πάει λέγοντας. [...]"

____________

Από το ένθετο "Μαλάκα, εγώ έκανα μπίζνες εκεί πάνω": μια συνέντευξη από τα ελληνοαλβανικά σύνορα 1994-1995. Κυκλοφορεί με το τεύχος 29 της antifa - πόλεμος ενάντια στο φόβο (Φεβρουάριος 2012), σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα των Eξαρχείων και σε αυτοδιαχειριζόμενους κοινωνικούς χώρους.

-*-

23/6/11

Η γκέι ζωή στην Αλβανία

[10%, Φεβρουάριος - Μάρτιος 2010]

Γεννήθηκε στην Κορυτσά της Αλβανίας κι οκτώ χρονών, το 1996, ακολούθησε τους γονείς του μετανάστης στην Ελλάδα. Κατέληξαν στην Κατερίνη της Μακεδονίας. Εκεί πήγε σχολείο ο Ρ, εκεί έζησε την εφηβεία του, εκεί ανακάλυψε τη σεξουαλικότητά του κι εκεί γνώρισε το ρατσισμό. Εις διπλούν: μια φορά επειδή ήταν γκέι κι άλλη μία επειδή ήταν Αλβανός. Μάλιστα, στην τελευταία περίπτωση ο ρατσισμός προερχόταν από στρέιτ και γκέι αδιακρίτως.

6/6/11

Οδυσσέας Τσενάι: "Πιέστηκα να πω ότι νιώθω περισσότερο Ελληνας από Αλβανός..."

[Εψιλον, 24/10/04]

Τέτοιες μέρες πέρσι οι κάτοικοι της Νέας Μηχανιώνας Θεσσαλονίκης απαγόρευσαν,  δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια, στον αριστούχο μαθητή Οδυσσέα Τσενάι να σηκώσει τη σημαία στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Ο Οδυσσέας δεν σήκωσε τη σημαία, αλλά έδωσε πανελλήνιες και πέρασε στις πρώτες θέσεις στο τμήμα Μηχανολόγων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Και καθώς η ευκαιρία μιας υποτροφίας για σπουδές στην Αμερική του χτύπησε την πόρτα, από τα τέλη Αυγούστου βρίσκεται στη Βοστόνη, στο Boston College, όπου σπουδάζει Φυσική.

Από τη φοιτητική εστία  στη Βοστόνη, μιλά χωρίς να αγκυλώνεται σε συλλογικές ταυτότητες αλλά και χωρίς να τις αρνείται, για το ταξίδι από την Αλβανία στην Ελλάδα, για τον ρατσισμό της προσφώνησης: "γεια σου, Αλβανέ", για τις πιέσεις που δέχτηκε ν'αλλάξει την εθνική του ταυτότητα, για τη Νέα Μηχανιώνα, τη Θεσσαλονίκη, και τις διαφορές Αμερικής και Ελλάδας.

_________

Πριν  ένα χρόνο, περνούσες την πιο έντονη περίοδο της ζωής σου, όπως έχεις πει, όντας μαθητής στη Νέα Μηχανιώνα. Σήμερα, φοιτητής στη Βοστόνη πια, πώς νιώθεις για ό,τι έγινε;

Προσπαθώ να μην το πολυσκέφτομαι. Λέω, ας το ξεχάσουμε. Και εδώ στην Αμερική δεν έχω αναφέρει τίποτα σε κανέναν. Εντάξει, τσαντίζεσαι λίγο, φυσιολογικό είναι, αλλά δεν μου έχει μείνει κάποιο τεράστιο ψυχολογικό τραύμα. Ίσως κιόλας με βοήθησε να δυναμώσω το χαρακτήρα μου. Ήταν μια καλή άσκηση για τη ζωή. Δεν γίνεται να μην έχεις εχθρούς, κι αν προσπαθήσεις να τα πας καλά με όλους, θα έχεις προβλήματα με τον εαυτό σου. Θα αισθάνεσαι καταπιεσμένος για πάντα.

Μόλις έγινε γνωστό ότι πέρασες στο τμήμα Μηχανολόγων στη Θεσσαλονίκη, ο δήμαρχος Νέας Μηχανιώνας και άλλοι τοπικοί παράγοντες είπαν ότι αισθάνονται υπερήφανοι και σε ευχαριστούν.

Ναι; Δεν το είχα ακούσει. Τους ευχαριστώ και γω. Και δεν το λέω ειρωνικά. Ο δήμαρχος βρέθηκε σε μια δύσκολη θέση, στην οποία έπρεπε να αντιδράσει όσο το δυνατό λιγότερο επώδυνα, για τους κατοίκους, για την τοπική κοινωνία, γι’αυτόν.

Δεν περιμένεις συγγνώμη από κάποιους;

Συγγνώμη; Όχι, δεν υπάρχει λόγος. Αυτό που θα μπορούσε να είχε βοηθήσει ήταν μια βαθύτερη κουβέντα με τους κατοίκους της τοπικής κοινωνίας. Θα ήταν πολύ καλύτερα αν είχαμε αλληλοκατανοηθεί. Αν καταλάβουν ότι αυτό που έκαναν ήταν κατά τη γνώμη μου λάθος, αρκεί. Γιατί τώρα και η εικόνα της πόλης έχει ζημιωθεί. Ο κόσμος την είδε σαν να ήταν το μόνο μέρος που έχει ρατσισμό και ξενοφοβία, ενώ δεν είναι έτσι. Η Νέα Μηχανιώνα είναι απλά ένα δείγμα.

Αναρωτιέμαι αν τα περιστατικά δυνάμωσαν τη θέλησή σου να εργαστείς ακόμη περισσότερο στο σχολείο, από πείσμα σε όσους αντιδρούσαν.

Μετά τις πρώτες αντιδράσεις στο Γυμνάσιο, σκεφτόμουν πως, αν δεν πάω καλά στο Λύκειο, θα έλεγαν ότι τα παράτησα και ότι τα έκανα όλα για φιγούρα. Είχα ένα παραπάνω κίνητρο για να διαβάσω. Αλλά ο στόχος δεν είναι να γίνεις σημαιοφόρος. Προσπαθείς να βγάλεις ένα καλό βαθμό, γιατί θέλεις να μπεις σε μια σχολή και υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός. Το κάνεις για τον εαυτό σου, για το μέλλον σου. Και τα δίνεις όλα για δύο χρόνια.

Επαιξαν ρόλο τα περιστατικά στην απόφασή σου να φύγεις από την Ελλάδα για να σπουδάσεις στη Βοστόνη;

Καθόλου. Μετά τις Πανελλήνιες, είχα έτσι κι αλλιώς αποφασίσει να πάω στη Θεσσαλονίκη. Με τη Θεσσαλονίκη έχω μια τρέλλα. Έχει κάτι ανεξήγητο, σε κάνει να μη θέλεις να φύγεις από κει. Πάντως ήθελα να φύγω από την Μηχανιώνα για να αλλάξω παραστάσεις. Σ’αυτό ίσως συνέβαλαν τα γεγονότα, αλλά μάλλον το ίδιο θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς.

Και στο Κολλέγιο της Βοστόνης πώς βρέθηκες;


Είχα κάνει αιτήσεις σε διάφορα πανεπιστήμια της Αμερικής ήδη από το Δεκέμβριο, ώστε αν κάτι δεν πάει καλά στις Πανελλήνιες, να έχω μια δεύτερη επιλογή. Τελικά με δέχτηκε το Boston College και μου παρουσιάστηκε η ευκαιρία μιας υποτροφίας. Αποφάσισα να έρθω στην Αμερική, για να δω κάτι διαφορετικό. Κι ας αποτύχω, δεν έχει σημασία. Δεν ήθελα να έλεγα αργότερα ότι είχα την ευκαιρία και δεν το έκανα. Αν έμενα στην Ελλάδα, τα πράγματα θα ήταν κάπως δεδομένα. Μια καλή δουλειά στη Θεσσαλονίκη, μια οικογένεια... Επιπλέον, αυτή η ιστορία με τη σημαία θα με κυνηγούσε για πάντα. Ενώ εδώ αιθάνεσαι ο εαυτός σου, μπορείς να δεις ποιος είσαι στο βάθος, μακριά από το θόρυβο της δημοσιότητας.

Την πρώτη φορά που υπήρξαν αντιδράσεις, όταν σου προτάθηκε να γίνεις σημαιοφόρος στο Γυμνάσιο το 2000, ο υπουργός Μακεδονίας Θράκης είχε δηλώσει ότι οι σχολικές επιδόσεις σου ήταν ισάξιες, αν όχι σημαντικότερες, από τα μετάλια που είχαν φέρει τότε οι Ολυμπιονίκες από την Ατλάντα. Πώς αισθάνθηκες φέτος όταν αθλητές που δεν ήταν από την Ελλάδα σήκωσαν την ελληνική σημαία και κανείς δεν είπε τίποτα;

Εντάξει, δεν πιστεύω ότι μπορείς να συγκρίνεις σχολικές επιδόσεις με χρυσά μετάλλια. Βλέπεις όμως ότι στην περίπτωση του αθλητισμού, ο οποίος δημιουργεί θέαμα και φέρνει χρήματα, μια κατάσταση αντιμετωπίζεται με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν δείχνει μια υποκρισία όσων μιλάνε για εθνικά ιδεώδη;

Πολλοί σου αναγνώρισαν το δικαίωμα να κρατήσεις τη σημαία όχι επειδή το επέτρεπε ο νόμος, αλλά επειδή μετείχες ελληνικής παιδείας, είχες βαπτιστεί Χριστιανός, μιλούσες καλά ελληνικά, δηλαδή είχες αναπτύξει ελληνική συνείδηση. Κάποιοι χαρακτήρισαν το επιχείρημα ξενοφοβικό, με την έννοια ότι προωθεί μια λογική αφομοίωσης που αρνείται τη διαφορετικότητα.

Κανονικά θα έπρεπε να μην είχε παίξει ρόλο η εθνική μου συνείδηση. Η σωστή στάση είναι να δέχεσαι τον άλλο όπως είναι, αν βέβαια δεν παραβαίνει το νόμο. Ασφαλώς και υπήρξε μια λογική αφομοίωσης, η οποία μάλιστα δημιουργεί μεγάλες πιέσεις. Και με δική μου ευθύνη ανταποκρίθηκα στις πιέσεις, ίσως γιατί ειδικά την πρώτη φορά είχα τραγικοποιήσει λίγο τα πράγματα. Κάποια στιγμή λόγω της πίεσης αναγκάστηκα να πω ότι νιώθω περισσότερο Ελληνας από Αλβανός. Και δεν μου αρέσει που το είπα. Τι θα πει περισσότερο Ελληνας από Αλβανός; Τι σημασία έχει; Αυτές οι ερωτήσεις του τύπου «τι αισθάνεσαι περισσότερο» είναι μπαρούφες. Πρώτα απ’όλα, η εθνική συνείδηση είναι ένα προσωπικό δεδομένο που δεν πρέπει να εξαναγκάζεσαι να το πεις στον άλλο. Εγώ κάπως πιέστηκα να το πω, γιατί έπρεπε να γίνω αρεστός για να γίνω άξιος της σημαίας.

Αναρωτιέμαι αν αυτή η πίεση έπαιξε ρόλο στην απόφασή σου να βαπτιστείς χριστιανός ορθόδοξος. Είχες πει τότε ότι το έκανες επειδή η ορθοδοξία είναι η θρησκεία που αγκαλιάζει τους πάντες.

Αυτό για την ορθοδοξία ισχύει. Αλλά επίσης ήταν ένας τρόπος ένταξης στην κοινωνία, να μην ξεχωρίζω από τους υπόλοιπους, από τα άλλα παιδιά στην προσευχή, στα μαθήματα, στον εκκλησιασμό. Πολλοί Αλβανοί βαπτίστηκαν για να μην ξεχωρίζουν από τους Έλληνες.

Τι είναι για σένα η εθνική ταυτότητα;

Υπάρχει διαφορά μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού, έτσι δεν είναι; Πατριωτισμός είναι η πηγαία εκδήλωση αγάπης για την πατρίδα όπου γεννήθηκες, η νοσταλγία που νιώθεις. Στην περίπτωση του εθνικισμού, προσπαθείς να επιβάλεις τη δική σου ταυτότητα υπεράνω των άλλων.

Για παράδειγμα, και δεν θέλω να το προσωποποιήσω, είχε ακουστεί η άποψη ότι «Ελληνας δεν γίνεσαι, γεννιέσαι» (σσ. από το Νομάρχη Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Ψωμιάδη). Αυτή η άποψη δείχνει ότι για ορισμένους το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας είναι καθαρά βιολογικό. Διαφωνώ απόλυτα. Δεν είναι καθόλου θέμα γονιδίων.

Αλλά;

Συνηθειών, παραστάσεων, παραδόσεων. Αυτά τα πράγματα είναι γνωστά. Για μένα η εθνική μου συνείδηση είναι προσωπικό δεδομένο. Δεν την αρνούμαι, αλλά ούτε την επιδεικνύω. Είναι ένα στοιχείο της ταυτότητάς μου, αναπόφευκτα, διότι οι άνθρωποι μεγαλώνουμε μέσα σε κοινωνίες. Αλλά δεν πιστεύω ότι είναι το μοναδικό στοιχείο ταυτότητας, ούτε καν το σημαντικότερο. Σημαντικότερη είναι η ανθρώπινη ιδιότητα, το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι. Τα άλλα δεν πρέπει να παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο.

Όπως με τον ερχομό σου στην Ελλάδα απέκτησες και ελληνική συνείδηση, τώρα που ζεις στην Αμερική προστίθεται στην ταυτότητά σου και η αμερικανική συνείδηση;

Ναι, μπορώ να το πω. Και είναι πολύ ενδιαφέρουσα σε μερικά σημεία.

Όπως;

Περίμενα οι Αμερικάνοι να είναι πιο συντηρητικοί, αλλά δεν είναι. Στις σχέσεις με το άλλο φύλο, ας πούμε, είναι πολύ πιο ανοιχτοί και απελευθερωμένοι από εμάς. Και ενώ είναι ανταγωνιστικοί, προσπαθούν να ξεπεράσουν αυτόν που είναι μπροστά τους, όχι να ρίξουν αυτόν που είναι δίπλα τους, όπως το κάνουμε στην Ελλάδα και την Αλβανία.

Έχεις δει διαφορές στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τους αλλοδαπούς;

Έχω δει ότι είναι ανοιχτοί προς κάθε τύπο ανθρώπου, ανεξάρτητα από την καταγωγή και τα χαρακτηριστικά του. Βέβαια υπάρχουν φυλετικές διακρίσεις. Και εδώ στο κολλέγιο και σε επαγγέλματα επιπέδου βλέπεις ότι οι μαύροι υποαντιπροσωπεύονται σε σχέση με τα ποσοστά τους στον πληθυσμό. Στο κολλέγιο συναντάς παρέες αποκλειστικά μαύρων ή ασιατών, που σημαίνει ότι δεν ανοίγονται. Αλλά πέρα από αυτές τις περίπτωσεις, οι περισσότεροι Αμερικάνοι δεν λαμβάνουν υπόψη την καταγωγή και την ταυτότητα στην καθημερινή ζωή, στη συνεργασία, σε ο,τιδήποτε.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι απλά δεν νοιάζονται;

Όχι, δεν είναι ότι δεν νοιάζονται. Χρειάζεται βέβαια να πάρεις την πρωτοβουλία να τους μιλήσεις για κάτι, για παράδειγμα για τον κόσμο έξω από την Αμερική, για τον οποίο δεν είναι και πολύ ενημερωμένοι. Είναι όμως ανοιχτοί να σε ακούσουν. Και δεν πιστεύω αυτό που λένε ότι η παγκοσμιοποίηση έχει οδηγήσει στην απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Παράδειγμα οι συγκάτοικοί μου: ο ένας κατάγεται από το Λίβανο και την Ιταλία, ο άλλος από την Ιρλανδία και την Ιαπωνία. Υπάρχει ένα τρελό μείγμα, στο οποίο οι εθνικές παραδόσεις και αξίες επιβιώνουν.

Υπάρχουν φορές που νιώθεις ότι το περιβάλλον δεν είναι οικείο, που σου λείπει η Ελλάδα;

Ναι, φυσικά. Ειδικά τώρα στην αρχή, σαφώς συμβαίνει. Λέω, αμάν, πού είναι η Ελλάδα. Πού είναι οι δικοί μου, πού είναι οι φίλοι μου. Ανυπομονώ να γυρίσω τα Χριστούγεννα για να ξεδώσω.

Εχεις φέρει μαζί σου κάτι από Ελλάδα;

Εχω φέρει την αλβανική και την ελληνική σημαία. Και ένα πολύ ωραίο πετραδάκι από το Πευκοχώρι της Χαλκιδικής. Είχα πάει δυο φορές και είχα μαγευτεί. Ένα άσπρο χαλίκι.

Πώς αξιολογείς τελικά την εμπειρία της μετανάστευσης στην Ελλάδα, τώρα που πέρασες στο επόμενο βήμα;

Θυσιάζεις κάποια πράγματα, αυτό που ήσουν, την ταυτότητά σου, για μια καλύτερη ζωή. Αυτό είναι το κόστος της προσαρμογής. Αλλά πιστεύω ότι η εμπειρία μου έδωσε την ευκαιρία να έχω μια περισσότερο ανοιχτή αντίληψη για τον κόσμο. Συνδυάζεις δυο χώρες, δυο νοοτροπίες, και προσπαθείς να βγάλεις το καλύτερο από τις δύο. Δεν είναι καλύτερο από το να είχα ζήσει όλη μου τη ζωή στην Αλβανία;

Ανησυχούσες ότι μπορεί να συναντήσεις φαινόμενα ξενοφοβίας;

Όχι. Πηγαίναμε και λίγο απροετοίμαστοι. Τότε για μας η Ελλάδα ήταν μια ελεύθερη χώρα με ωραία μέρη, η χώρα του φαγητού, της διασκέδασης, του χορού, του ήλιου, και της θάλασσας. Είχα λίγο άγχος πώς θα ήταν τα ελληνικά μου, πώς θα μιλήσω, πώς θα κάνω παρέες. Μέχρι εκεί.

Η πραγματικότητα που συναντήσατε ανταποκρίθηκε στην εικόνα;

Ναι, στην αρχή. Ήταν βράδυ, θυμάμαι, όταν είχαμε φτάσει, αυτή η εικόνα της Θεσσαλονίκης βράδυ. Τι φώτα είναι αυτά, τι δρόμοι είναι αυτοί;

Πώς σας υποδέχτηκαν στη Νέα Μηχανιώνα;

Φιλικά, ανθρώπινα. Ήταν πολύ γλυκείς άνθρωποι. Κι αυτό μετράει πάρα πολύ.

Δεν ήταν δηλαδή ένα ξενοφοβικό περιβάλλον;

Ίσως να υπήρχε το περιβάλλον, αλλά άργησε να εμφανιστεί, επειδή δεν υπήρχε η αφορμή. Είχα κάποιες αρνητικές εμπειρίες σε διάφορες φάσεις, αλλά δεν κυριαρχούσαν. Πιο πολύ ήταν θετικά τα πράγματα. Στην Ελλάδα ευτυχώς ο βίαιος ρατσισμός υπάρχει σε πολύ μικρό ποσοστό σε σχέση με άλλες χώρες. Ισχύει όμως ότι δεν γίνεσαι άμεσα δεκτός σε διάφορους κοινωνικούς χώρους και χρειάζεται να καταβάλεις μεγαλύτερη προσπάθεια από τους ντόπιους λόγω της καταγωγής σου.

Αυτό που με πείραζε ήταν που όλοι έλεγαν «Αλβανοί, Αλβανοί», ειδικά το «γεια σου, Αλβανέ!». Θα μπορούσαν να πουν κάτι άλλο, «γεια σου, φίλε, γεια σου, Οδυσσέα». Αν φωνάζεις τον άλλο με το εθνικό χαρακτηριστικό του, είναι σαν να του λες ότι τον ότι τον βλέπεις αρνητικά γι’αυτό που είναι. Πολλοί Αλβανοί κρύβουν την ταυτότητά τους, κακώς πιστεύω. Είσαι αυτός που είσαι. Κι αν κάποιοι συμπατριώτες σου έχουν δώσει άλλα δείγματα, προσπαθείς να βελτιώσεις την εικόνα με το δικό σου παράδειγμα, να τους πεις, παιδιά, δεν είναι όλοι όπως τους βλέπετε στα μέσα ενημέρωσης.

Πώς εξηγείς τις διαστάσεις που πήρε η υπόθεση της παρέλασης;

Πιστεύω ότι το θέμα που δημιουργήθηκε με τη σημαία ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Υπάρχουν τόσα άλυτα προβλήματα μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, που το θέμα με τη σημαία, αν και δεν έχει πολιτικό αντίκτυπο στις σχέσεις των δύο χωρών, έφερε στην επιφάνεια αυτό που υπάρχει από κάτω. Γιατί διαφορετικά, για τους περισσότερους η παρέλαση είναι μια τυπική τελετή. Είναι βέβαια φόρος τιμής σ’αυτούς που πέθαναν για την ελευθερία, σ’αυτό συμφωνώ. Είναι ίσως το μεγαλύτερο επιχείρημα όσων έδωσαν διάσταση στο θέμα. Αλλά από κει και πέρα, για τους περισσότερους η παρέλαση είναι τύπος, αφορμή να χάσουμε μάθημα, να κάνουμε διακοπές. Υπάρχει μια υποκρισία στο θόρυβο που έγινε.

Θέλεις να στείλεις ένα μήνυμα σε όσους σε διαβάζουν;

Τι μήνυμα; Ελπίζω να βρουν την κουβέντα ενδιαφέρουσα. Αλλά θέλω να στείλω ένα μήνυμα στην παρέα μου, Θοδωρή, Στράτο, Μάνο, Ελισσάβετ, στους δικούς μου και στις αδελφές μου, ότι «όλα καλά».

-*-

Εντι Ράμα: "Τα Τίρανα δεν θα γίνουν ποτέ Παρίσι, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το προσπαθούμε..."


[Εψιλον, 16/11/03]

Πριν μερικά χρόνια, το πάρκο δίπλα στο Κοινοβούλιο των Τιράνων ήταν γνωστό για την εγκατάλειψή του στο έλεος του χρόνου και τα νερά της βροχής, που το μετέτρεπαν σε λασπότοπο σε κάθε μπόρα, και για τα φθηνά εσώρουχα που κρεμούσαν οι μικροπωλητές ανάμεσα στα δέντρα. Όχι πια. Τώρα το πάρκο έχει ευδιάκριτους δρόμους, παρτέρια με φρεσκοφυτεμένο γκαζόν, παγκάκια, και συντριβάνι που λειτουργεί. Τα εσώρουχα ανήκουν στο παρελθόν.

Η μεταμόρφωση του πάρκου είναι ένα από τα έργα που έχουν χαρίσει στο Δημάρχο Τιράνων Έντι Ράμα το χαρακτηρισμό «φαινόμενο», σελίδες επί σελίδων στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, το βραβείο Εξάλειψης Φτώχειας για το 2002 από τα χέρια του Κόφι Ανάν, και μια πανηγυρική επανεκλογή τον περασμένο μήνα με ποσοστό 58,49 τοις εκατό.

Πριν ασχοληθεί με την τοπική αυτοδιοίκηση, ο Εντι Ράμα ασχολούταν με τη ζωγραφική, με έδρα κυρίως το Παρίσι. Σήμερα, 38 ετών, ως δήμαρχος Τιράνων, έχει βαλθεί να εκσυγχρονίσει μια από τις φτωχότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. «Τα Τίρανα δεν θα γίνουν ποτέ Παρίσι ή Ρώμη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το προσπαθούμε», λέει στο Ε μετά από μια πρόσφατη ομιλία του στο Χάρβαρντ, όπου βρέθηκε προσκεκλημένος του Προγράμματος Κόκκαλη.

Ανάμεσα στο κοινό βρίσκεται ένας άλλος γνωστός πρώην δήμαρχος από τη νότια Ευρώπη, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, που, μετά τη λήξη της θητείας του στο Δήμο Αθηναίων, βρέθηκε στο Χάρβαρντ ως ερευνητής του Ινστιτούτου Πολιτικής. Η παρουσία του δεν ήταν τυχαία. Ο Έντι Ράμα θεωρεί το Δημήτρη Αβραμόπουλο εμπνευστή και σύμβουλο. «Το όνειρό μου ήταν να κάνω σε μικρότερη κλίμακα στα Τίρανα ό,τι έκανε σε μεγαλύτερη κλίμακα ο Αβραμόπουλος στην Αθήνα», λέει.

Για παράδειγμα, τη δημιουργία δημοτικής αστυνομίας. «Όταν επισκέφτηκα την Αθήνα», λέει, «ρώτησα το δήμαρχο πώς κατάφερε να δημιουργήσει δημοτική αστυνομία. Μου είπε ότι ‘απλώς την εμφάνισε’. Ότι είχε κάνει πολλές συζητήσεις και ότι όλοι του έλεγαν ‘ναι’ στα χαρτιά, αλλά στην πράξη ήταν αρνητικοί. Έτσι, απλώς την εμφάνισε. Επέστρεψα στα Τίρανα κι έκανα το ίδιο. Ετοιμάσαμε στολές για 30 άτομα και κάναμε την τελετή. Σοκαρίστηκαν όλοι, αλλά στη συνέχεια με υποστήριξαν».

«Χαίρομαι που αυτού του είδους οι δράσεις υιοθετούνται και σε άλλες χώρες», λέει στο Ε ο Δημήτρης Αβραμόπουλος. «Όπου δεν μπορεί να προέλθει αποτέλεσμα από συνεννόηση, τότε στο όνομα του κοινού καλού, πρέπει να επιβάλλουμε τις αποφάσεις μας αγωνιστικά». Και δεν φείδεται επαίνων για τον Ράμα: «συνδυάζει ακεραιότητα, ευαισθησία, περηφάνεια και οραματισμούς. Ανήκει στη νέα γενιά πολιτικών της Ευρώπης που φιλοδοξούν να φέρουν περισσότερο πολιτισμό στην πολιτική».

Στην κυκλική αίθουσα της Σχολής Διακυβέρνησης Κένεντι, ο Έντι Ράμα σκύβει ελαφρά, ακουμπά στο βάθρο, και κοιτάζει την οθόνη προβολής, όπου εναλλάσσονται φωτογραφίες από τα Τίρανα, πριν και μετά: το δημαρχιακό μέγαρο εγκαταλελειμμένο, και στη συνέχεια ανακαινισμένο και αναβαθμισμένο με αίθουσα ηλεκτρονικών υπολογιστών . τα αυθαίρετα στον ποταμό Λάνα, και μετά οι κατεδαφίσεις και οι χώροι πρασίνου στις όχθες του ποταμού . το πάρκο του Κοινοβουλίου με τα εσώρουχα και χωρίς τα εσώρουχα . το ανακαινισμένο Πανεπιστήμιο . τα πρώην γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος που τώρα είναι ξενοδοχείο για κοσμικούς και επιχειρηματίες.

Μιλάει αργά, με παύσεις, σαν να σκέφτεται τη συνέχεια του λόγου του, και συνοδεύει τις φράσεις του με αδρές χειρονομίες. Η φωνή του βαριά, βραχνή. Η ματιά του άλλοτε έντονη, απαιτητική, και άλλοτε αφηρημένη, εσωστρεφής, σαν να παρακολουθεί τις σκέψεις του να σχηματοποιούνται σε προτάσεις.

Φορά κοστούμι, αλλά δεν μοιάζει με κανέναν από όσους βρίσκονται στην αίθουσα. Είναι ψηλότερος από 2 μέτρα και ογκώδης. Κοντοκουρεμένος, με αρχή φαλάκρας στο μέτωπο, και γένεια τριών ημερών. Φορά μαύρο παντελόνι, πεντάκουμπο ημίπαλτο σακάκι με κουμπωμένα τα τέσσερα κουμπιά, μαύρο πουκάμισο και γραββάτα με ασπρόμαυρο λαχούρι. Περισσότερο σταρ του Χόλιγουντ παρά πολιτικός. «Δεν είμαι πραγματικός πολιτικός», λέει. «Οι νέοι έρχονται κοντά μου γιατί τους αρέσει ο τρόπος που μιλάω, ο τρόπος που ντύνομαι. Η εμφάνισή μου δεν είναι και τόσο πολιτικά ορθή».

Σχεδιάζει ο ίδιος τα ρούχα του, διότι δυσκολεύεται να βρει το μέγεθός του και, κυρίως, διότι θεωρεί την εμφάνιση κατεξοχήν μέσο ατομικής έκφρασης. «Πάντα είχα μανία με την ατομικότητα», λέει. «Όταν ήμουν στο σχολείο, είχαμε κομουνιστικό καθεστώς και δεν μας επιτρεπόταν να έχουμε μακριά μαλλιά ή γενειάδα. Οι μικρές υπερβάσεις στο ντύσιμο σήμαιναν πολιτική αντίθεση».

Το πρώτο που ο Ράμα άλλαξε στο Δημαρχιακό μέγαρο, πριν ακόμη τοποθετήσει νέους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ανακαινίσει τις αίθουσες υποδοχής, ήταν να τοποθετήσει σε θέσεις ευθύνης γυναίκες. Οι δύο αντιδήμαρχοι και τέσσερις από τους πέντε γενικούς διευθυντές είναι γένους θηλυκού, γεγονός πρωτόγνωρο για την Αλβανία, αν όχι για όλη την περιοχή των Βαλκανίων. «Όλες τους μιλούν ξένες γλώσσες, ξέρουν πώς να επικοινωνούν και κυρίως εργάζονται περισσότερο από το επίσημο οκτάωρο», λέει ο Ράμα.

Έξω από το δημαρχιακό μέγαρο, πρώτος στόχος ήταν να διώξει τη μιζέρια. Όπλο του, το χρώμα. Εξωτερικοί τοίχοι, λεπτομέρειες και διακοσμητικά στοιχεία των δημόσιων κτιρίων βάφτηκαν σε έντονο κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, μπλε. Η πόλη μοιάζει εμπνευσμένη από πίνακα του Μοντριάν.

«Κάποια χρώματα μπορούν μερικές φορές να αλλάξουν τελείως ένα κτίριο. Στα Τίρανα έχουμε πολλά φριχτά κτίρια της νεότερης εποχής. Αυτά τα κτίρια μπορούν να σωθούν μόνο αν χρωματιστούν», λέει.

Και προτείνει τη μέθοδό του στους Αθηναίους: «Στην Αθήνα έχετε το ίδιο πρόβλημα με πολλά νεότερα κτίρια. Πολλοί χώροι θα μπορούσαν να αποκτήσουν χρώμα. Βέβαια η Αθήνα έχει περισσότερο φως από τα Τίρανα, ίσως και να κάνω λάθος».

Δεύτερος στόχος του ήταν να δημιουργήσει χώρους πρασίνου και να επιβάλει την τάξη. Κατεδάφισε περισσότερα από 90 αυθαίρετα κτίρια που είχαν κτιστεί την τελευταία δεκαετία κατά μήκος του ποταμού Λάνα. «Οι επιχειρήσεις αυτές ήταν εκεί χωρίς να πληρώνουν νοίκι ή φόρους. Έβγαλαν πολλά λεφτά. Τις αναγκάσαμε να συνταχθούν με το νόμο ώστε να συμμετέχουν στα έσοδα του δήμου», λέει. Σε όλα τα Τίρανα φυτεύτηκαν 1.800 δέντρα και δημιουργήθηκαν περίπου 100.000 τετραγωνικά μέτρα πρασίνου και πάρκων.

Οι διαφωνίες και οι αντιδράσεις δεν λείπουν.

Ο δήμαρχος κατηγορείται ότι αμελεί τις συνοικίες έξω από το κέντρο της πόλης, ότι κάνει έργα βιτρίνας και όχι υποδομής, και ότι επιβάλλει τη δική του αισθητική, χωρίς να σέβεται την ιστορία της πόλης.

Για τα έργα βιτρίνας και την ιδιαίτερη προσοχή που δίνει στο κέντρο της πόλης, ο Ράμα απαντά ότι «από κάπου πρέπει να αρχίσει» και αναγνωρίζει ότι «μένουν πολλά να γίνουν» –αποκομιδή σκουπιδιών και αποχέτευση είναι δύο μόνο από τα βασικά.

Σημασία, λέει, έχει η ποιότητα των έργων και να προχωρά κανείς προσεκτικά. «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε όλη την πόλη σε πέντε ή δέκα χρόνια, αλλά είναι σημαντικό ο κόσμος να μπορεί να βλέπει την αλλαγή», λέει. «Προτιμώ να γίνονται μικρές και άρτιες παρεμβάσεις καθημερινά, παρά μεγάλης κλίμακας αλλαγές που είναι πρόχειρες. Πολλές μικρές ποιοτικές αλλαγές κάνουν μια μεγάλη αλλαγή».

Αυτό είναι το μάθημα που κράτησε από την ιστορία. «Πάντα στην Αλβανία είχαμε μεγάλα σχέδια: τις πυραμίδες του κομμουνιστικού καθεστώτος, τις οικονομικές πυραμίδες. Όλα αυτά γκρεμίστηκαν διότι ήταν μεγάλα όνειρα, όνειρα του ανέφικτου. Είναι πολύ επικίνδυνο μια μικρή χώρα να έχει μεγάλα όνειρα. Εμείς έχουμε μεγάλη θέληση, αλλά όχι μεγάλα σχέδια. Άλλωστε τα οικονομικά μας δεν μας το επιτρέπουν».

Σε ζητήματα αισθητικής ο Έντι Ράμα είναι κάθετος.

«Αντιλαμβάνομαι την εκλογή μου ως εξουσιοδότηση να εφαρμόσω το πρόγραμμά μου. Δεν μπορείς να συζητήσεις για τα χρώματα, είναι κάτι στο οποίο δεν μπορούν να συμφωνήσουν όλοι. Έπειτα, τα χρώματα είναι θέμα επιλογής, όχι συμφωνίας. Τρίτο, τα χρώματα είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν. Και τέταρτο, τα χρώματα μπορούν να αλλάξουν εύκολα».

Συνεχίζει: «Δεν αληθεύει πως κάθε τι παλιό πρέπει να διατηρηθεί. Κάθε γενιά έχει δικαίωμα να ονειρεύεται τη δική της πόλη. Δεν μπορούμε να κάνουμε τους πάντες ευτυχισμένους. Έπρεπε να αποφασίσουμε να γκρεμίσουμε, αλλά πάντοτε με προσοχή».

Με δεδομένη τη μαζική μετανάστευση των Αλβανών προς αναζήτηση εργασίας και καλύτερης ζωής, η δημιουργία μιας πόλης θελκτικής και βιώσιμης αποκτά μια επιπλέον σημασία, είναι ένα παράδειγμα ότι επιτέλους κάτι αλλάζει. «Το ερώτημα για μας ήταν βασανιστικό», λέει ο Ράμα. «Θα αποκτήσουμε μια πόλη από την οποία δεν θα μπαίνουμε σε πειρασμό κάθε λεπτό να φύγουμε; Δείξαμε ότι η πόλη μπορεί να αλλάξει, δείξαμε μόνο ένα ίχνος αυτού που η πόλη μπορεί να γίνει στο μέλλον».

Τον ρωτώ αν θέλει να πει κάτι στους συμπατριώτες του που ζουν στην Ελλάδα. Αρνείται, αλλά λέει ότι έχει να πει κάτι στους Έλληνες: «Πρέπει να μην ξεχνούν ότι στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αλβανοί προσφέρθηκαν με μεγάλη προθυμία να τους βοηθήσουν, όπως κάθε καλός γείτονας θα έκανε. Δεν πρέπει να το ξεχνούν. Γιατί νομίζω ότι υπάρχει ένα κλίμα ρατσισμού στην Ελλάδα προς τους Αλβανούς, και είναι ντροπή. Δε λέω ότι ο ρατσισμός κυριαρχεί, διότι πολλοί Έλληνες δεν συμφωνούν μ’αυτή την κτηνώδη συμπεριφορά. Αλλά αυτό που περνάνε οι Αλβανοί είναι ντροπή για μια χώρα που εκπροσωπείται σε ένα από τα κίτρινα αστέρια της μπλε σημαίας της Ευρώπης. Φυσικά πολλοί Αλβανοί δεν συμπεριφέρθηκαν σωστά, αλλά αυτό δεν πρέπει να το γενικεύσουμε και να δούμε όλους τους Αλβανούς σαν εγκληματίες ή πολίτες δεύτερης κατηγορίας».

Η πλειοψηφία των κατοίκων Τιράνων αγκάλιασε το Δήμαρχό της και τον επανεξέλεξε πανηγυρικά στις δημοτικές εκλογές τον περασμένο Οκτώβριο. Σε μια πόλη περίπου 600 χιλιάδων, όπου οι διακοπές ηλεκτρικού και νερού είναι στην ημερήσια διάταξη παρά την αναμενόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 7 τοις εκατό αυτό το χρόνο, όπου η διαφθορά κυριαρχεί στη δημόσια ζωή και και οι ανισότητες είναι τεράστιες, η επανεκλογή του Ράμα είναι προσωπική επιτυχία.

Αλλά οι πολιτικές κόντρες καλά κρατούν. Τα αποτελέσματα των εκλογών δεν αναγνώρισε ο Σαλί Μπερίσα, ο πάλαι ποτέ πρόεδρος της χώρας και τώρα ηγέτης της αντιπολίτευσης. Οι σχέσεις των δύο ανδρών κρατούν από παλιά.

Το 1997, όταν η Αλβανία παρέλυε κάτω από το βάρος του σκανδάλου των οικονομικών πυραμίδων και ο τότε πρόεδρος Μπερίσα κατηγορούταν για νοθεία στις εκλογές, ο Ράμα παρενέβη για να ζητήσει συνομιλίες μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Ένα βράδυ, του επιτέθηκαν τρεις κουκουλοφόροι.

«Δέχτηκα ένα δώρο από τον κ. Σαλί Μπερίσα», θα πει αργότερα ο ίδιος. «Αποφάσισε να με στείλει στον Παράδεισο πριν το αποφασίσει ο Θεός κι έστειλε να με περιμένουν στην είσοδο του σπιτιού μου μες στο σκοτάδι κάποιοι με μεταλικούς σωλήνες και όλα τα εργαλεία που χρειάζονται για να στείλεις κάποιον στον Παράδεισο».

Αντί για τον Παράδεισο, ο Ράμα μπήκε στο νοσοκομείο όπου έμεινε πολλούς μήνες. Όταν βγήκε, έφυγε από τα Τίρανα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Είπε ότι δεν θα επιστρέψει ποτέ στα Τίρανα.

Ένα χρόνο μετά, προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο των Τιράνων για να παραστεί στην κηδεία του πατέρα του, γλύπτη και σημαίνοντος προσώπου στην αλβανική κοινωνία.

Την επομένη θα ορκιζόταν η νέα κυβέρνηση του Φάτος Νάνο. Το απόγευμα της κηδείας, σε ένα από τα συλληπητήρια τηλεφωνήματα, ο Ράμα αναγνώρισε στην άλλη άκρη της γραμμής τη φωνή του νέου πρωθυπουργού.

«Κύριε υπουργέ Πολιτισμού», του είπε η φωνή, «θα μείνετε ή θα φύγετε»;

Ο Ράμα έπιασε το υπονοούμενο, δέχτηκε το υπουργείο και έμεινε.

«Μερικές φορές αναρωτιέμαι: τι έκανα, τι έκανα;», λέει.

Η θητεία του στην πολιτική δεν έχει αλλάξει μόνο τα Τίρανα, έχει αλλάξει και τον ίδιο. «Υπάρχει μια μόνιμη ένταση ανάμεσα στην ηθική σου και στις πράξεις σου», λέει. «Χρειάζεται να κάνεις συμβιβασμούς, για παράδειγμα να βρίσκεις τρόπους να μην λες ψέμματα, χωρίς όμως να λες και την αλήθεια. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, μπορεί να σε αλλάξει τελείως. Μετά από διόμισι χρόνια δεν είμαι το ίδιο πρόσωπο, είμαι πια πολύ περισσότερο πολιτικός από ό,τι πριν. Αυτό είναι καλό για τη δουλειά μου, αλλά κακό σε προσωπικό επίπεδο».

Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν μετανιώνει που έμεινε. «Ποιος υπουργός Πολιτισμού μπορεί να καυχηθεί ότι εγκαινίασε τον πρώτο εμπορικό κινηματογράφο με ταινίες του Χόλιγουντ εν έτει 2000;», ρωτάει. «Στο Παρίσι τι άλλο να κάνεις; Από εκεί έχει ήδη περάσει ένας Ναπολέων. Στα Τίρανα έχεις ακόμα πολλά περιθώρια δράσης».