Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/12/11

Ο μεταμοντερνισμός στο μουσείο

[Εψιλον, 20/11/11]

Ζαν Πολ Γουντ και Αντόνιο Λόπεζ:
Φόρεμα εγκυμοσύνης σχεδιασμένο για τη Γκρέις Τζόουνς, 1979
Με αφορμή την έκθεση «Μεταμοντερνισμός: Στυλ και Ανατροπή 1970-1990», που παρουσιάζεται στο Μουσείο Βικτόρια και Αλμπερτ του Λονδίνου από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τις 15 Ιανουαρίου, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Χάρι Κούνζρου διαπίστωσε στην Γκάρντιαν το τέλος του μεταμοντερνισμού. Το άρθρο του, με τον εύγλωττο τίτλο «Μεταμοντερνισμός: Από την πρωτοπορία στο μουσείο», ανήγγειλλε, με μια κάπως ασαφή διατύπωση, «το τέλος του μεταμοντερνισμού και την αυγή της μετανεωτερικότητας».


20/10/11

Κένζι Χιγκούτσι: «Πίσω από την ωραία φράση "ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας" υπάρχουν εργάτες που υποφέρουν»

[Εψιλον, 5/6/2011]

Πηγή: smh.com.au 
Ο Κένζι Χιγκούτσι (Kenji Higuchi) αφιέρωσε τη ζωή του φωτογραφίζοντας εργαζόμενους στα πυρηνικά εργοστάσια της Ιαπωνίας. Κατάφερε να μπει σε χώρους που οι εταιρείες πυρηνικής ενέργειας απαγορεύουν την φωτογράφιση. Το έργο του παρουσιάζει τη φριχτή πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα του ιαπωνικού οικονομικού θαύματος:  δεν τηρούνται βασικά μέτρα ασφαλείας, οι συνθήκες εργασίας είναι άθλιες, και η υγεία των χαμηλότερων τάξεων θυσιάζεται στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης.

Μοντερνισμός: μια ιστορική αναδρομή


[Εψιλον, 8/5/11]

Οτο Νόιρατ: Isotypes (πηγή: swisslegacy.com)
Ο 20ός αιώνας βρήκε την Ευρώπη στο μέσο τεράστιων αλλαγών. Τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν έρθει τα πάνω κάτω στις επιστήμες, την οικονομία, τις κοινωνικές σχέσεις και την πολιτική: εκβιομηχάνιση, καπιταλισμός, κυριαρχία της αστικής τάξης, δημιουργία προλεταριάτου, σύγχρονες μεγαλουπόλεις, σιδηρόδρομος, τηλέγραφος, κοινή ώρα σε κάθε χρονική ζώνη, κοινωνικές και πολιτικές επαναστάσεις, εθνικιστικά κινήματα, αποικιοκρατία. Η κοσμοαντίληψη που συνόδευσε αυτές τις αλλαγές ονομάστηκε νεωτερικότητα. Τη χαρακτήριζε η πεποίθηση των ανθρώπων ότι ζουν σε μια κοινωνία διαφορετική, καλύτερη από την προηγούμενη.

16/10/11

Αντζελα Ισμαήλος: Για την μπαναλιτέ του Χόλιγουντ και το παιδικό ριζόγαλο στον Πειραιά

[w/e, Δεκέμβριος 2010]

Τελευταία, η Άντζελα Ισμαήλος μοιράζει το χρόνο της ανάμεσα στην Νέα Υόρκη και την Ελλάδα, προετοιμάζοντας το σενάριο και τα γυρίσματα της νέας της ταινίας που ξεκινούν το Μάρτιο στην Πάτμο. Στην προηγούμενη ταινία της, το ντοκιμαντέρ Μεγάλοι Σκηνοθέτες (Great Directors), μίλησε με δέκα σκηνοθέτες της Ευρώπης και της Αμερικής, που σφράγισαν την ιστορία αυτού που πολλοί κριτικοί αποκαλούν κινηματογράφο τέχνης. Η ταινία συμμετείχε στα Φεστιβάλ Κανών και Βενετίας και σύστησε την Άντζελα Ισμαήλος (κόρη ενός Έλληνα εφοπλιστή της παλιάς γενιάς και σύζυγος ενός εφοπλιστή της νεώτερης) στο σινεφίλ κοινό και στους δημοσιογράφους. Κάποιοι από αυτούς ανακάλυψαν όχι μόνο μια γυναίκα δοσμένη στην τέχνη από μικρή αλλά και μια γυναίκα που ζει στους υψηλούς καλλιτεχνικούς και κοσμικούς κύκλους της Νέας Υόρκης.

2/7/11

Ντοντού Κιλίς: Ελλάς Τουρκία Ομοφοβία

[10%, Δεκέμβριος 2008 - Μάρτιος 2009]

Η Ντοντού Κιλίς (Döndü Kiliç) γεννήθηκε στο χωριό Μαλάτια, στην ανατολική Τουρκία, και μεγάλωσε στη Βόννη της Γερμανίας. Σπούδασε στο Βερολίνο φιλοσοφία και ψυχολογία, αλλά κατέληξε να σπουδάζει σκηνοθεσία. Η πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία, το ντοκιμαντέρ Η άλλη πλευρά της Κωνσταντινούπολης (The other side of Istanbul, Γερμανία, 2008), παρουσιάζει το γκέι κίνημα στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζουν οι γονείς της. Τη συναντήσαμε το φθινόπωρο στην Αθήνα, λίγο μετά την προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Νύχτες Πρεμιέρας.

23/6/11

Μπρους Λα Μπρους: "Δε νοείται επανάσταση χωρίς σεξουαλική επανάσταση"

[Εψιλον, 7/12/08]

Παραφράζοντας τη φράση της Μαργκερίτ Ντιράς στον «Εραστή» («Πολύ νωρίς στη ζωή μου ήταν ήδη αργά»), πολύ αργά στη ζωή του Μπρους Λα Μπρους (Bruce LaBruce) είναι ακόμη νωρίς. Κάτοικος του Τορόντο, γεννημένος και μεγαλωμένος στην απομόνωση ενός αγροκτήματος λίγο έξω από την πόλη, ανακάλυψε το σεξ στα 22 του και είχε την πρώτη του σοβαρή σχέση στα 30. Εκτοτε, έχει κερδίσει με το παραπάνω τον χαμένο χρόνο: ήδη από το πανεπιστήμιο εξέδωσε μια σειρά πανκ γκέι φανζίν και γύρισε σε super 8 τις πρώτες ταινίες του (που, όπως λέει ο ίδιος, «βοήθησαν να δημιουργηθεί το λεγόμενο Homocore ή Queercore, κίνημα που διέφθειρε μια ολόκληρη νέα γενιά ομοφυλοφίλων»).

Mamma Mia!: Στα παρασκήνια ενός τζάνκετ

[Εψιλον, 6/7/08]

Αριστερά μετά την είσοδο του «Captain's House» στο «Grand Resort Lagonissi» βρίσκεται το μπαρ, όπου προσφέρονται καλοδεχούμενα κούκις και ο πρώτος καφές ενός Σαββάτου που, μέχρι αργά το απόγευμα, προβλέπεται γεμάτο. Είναι περασμένες εννιά και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι περιμένουν στο τραπέζι τους βαριεστημένοι, αγναντεύοντας από την τζαμαρία την προκλητική θάλασσα και την κίνηση στη βεράντα.

22/6/11

Κωνσταντίνος Πιλάβιος: Ο σκηνοθέτης που φτιάχνει ταινίες από blogs

[4ESSERA, Φθινόπωρο 2007]

Η κατάθλιψη που πέρασε ο Κωνσταντίνος και όσα την ακολούθησαν οφείλεται στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Πριν δυο χρόνια το Κέντρο απέρριψε δυο προτάσεις του για ταινίες μικρού μήκους - τη μία γιατί τη βρήκε, οδηγώντας τη διαλεκτική στο όριό της, «ενδιαφέρουσα, αλλά βαρετή». Ο Κωνσταντίνος τα μάζεψε, έφυγε στην Αγγλία έξι μήνες να συνέλθει, και γύρισε έτοιμος. «Έτοιμος να τα γαμήσω όλα. Δεν μου δίνετε λεφτά; Έχω τα μηχανήματα, έχω την παρέα μου, γουστάρουμε όλοι. Δεν έχουμε ανάγκη κανένα γαμοσύστημα».

18/6/11

Σερά Γιλμάζ: "Φιλώ χέρια μόνο όταν η πρόθεση είναι σεξουαλική..."

[Εψιλον, 10/12/06]

Αυτός με τα άσπρα άμφια δίπλα στη Σερά Γιλμάζ (Serra Yilmaz) την περασμένη εβδομάδα ήταν ο Πάπας. Βρισκόταν στην Άγκυρα σε μια επίσκεψη που χαρακτηρίστηκε ιστορική και η Σερά Γιλμάζ μετέφραζε τα λόγια του στους Τούρκους αξιωματούχους. Όταν δεν κάνει τη διερμηνέα, η Σερά Γιλμάζ παίζει σε ταινίες. Είναι μια από τις πιο γνωστές και αγαπητές ηθοποιούς της Τουρκίας, με σημαντική καριέρα στην Ιταλία και αλλού. Είναι επίσης μια από τις πιο φιλελεύθερες φωνές της γείτονος – μια κοσμοπολίτισσα από την Κωνσταντινούπολη που δεν χάνει ευκαιρία να τα βάζει με τις θρησκείες, τους εθνικισμούς, και την υποκρισία των πολιτικών, Τούρκων και Ευρωπαίων.

Χρήστος Μήτσης: Ενα βήμα παραπάνω για τον γκέι ανεξάρτητο κινηματογράφο

[10%, Δεκέμβριος 2006 - Ιανουάριος 2007]

Ήταν το μεγαλύτερο θεματικό αφιέρωμα που έκαναν ποτέ οι Νύχτες Πρεμιέρας (επισήμως: Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας) και οι διοργανωτές δεν το μετάνιωσαν. Τα εισιτήρια πολλών από τις 16 ταινίες του αφιερώματος στον queer κινηματογράφο στα τέλη Σεπτεμβρίου είχαν εξαντληθεί από νωρίς. Σε καμιά προβολή η πληρότητα δεν έπεσε κάτω από το 50%. Οι σινεφίλ ανταποκρίθηκαν.

10/6/11

Πορνό στα γαλανόλευκα

[Εψιλον, 24/7/05]

Στο τμήμα πορνό του μεγαλύτερου σεξ σοπ της Βοστόνης, του Amazing, το ράφι με τα ευρωπαϊκά είναι περικυκλωμένο από τα ράφια με τα ασιατικά και τα λατινοαμερικάνικα. Βλέπω με την άκρη του ματιού στ’αριστερά τον τίτλο «Πέρλες της Άπω Ανατολής» και στα δεξιά το «Νέο κύμα από Λατίνες». Μπροστά μου, στα ευρωπαϊκά, γυναικεία στήθη με ονόματα Claire, Monique και Dominica με κοιτούν υπαινικτικά, και διαβάζω στην τύχη τον τίτλο «Ιbiza Taboo». Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις έχουν γεωγραφικές συντεταγμένες.

Ψάχνω απεγνωσμένα κάτι που να θυμίζει Ελλάδα και το βλέμμα μου πέφτει σ’ένα γνώριμο συνδυασμό λευκού με γαλάζιο, πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε, που λέει ο ποιητής του Αιγαίου. Παίρνω στα χέρια μου το εξώφυλλο και βλέπω με συγκίνηση, εκτός από μια ξανθιά με μαύρες ρίζες και γαλάζιο παρεό, άσπρα σπίτια με μπλε παράθυρα, ένα λευκό καμπαναριό, κι ένα στρογγυλό τραπέζι κυκλαδίτικου καφενείου, που πάνω του λιάζεται ένα τσαμπί σταφύλι. «Paradise Hot Mykonos 2», λέει ο τίτλος, και ο υπότιτλος επεξηγεί: «Από την Αθήνα στη Μύκονο, μια πολυτελής κρουαζιέρα ακραίας ηδονής». Μαζί με το «Superparadise», το νούμερο 1 της σειράς, που βρίσκω πιο πέρα, είναι οι μοναδικές παραγωγές στρέιτ πορνό που έχουν γυριστεί στην Ελλάδα –η μία το 2003, αλλά φετινής κυκλοφορίας, η άλλη το 2002 με περσινή κυκλοφορία. Η γαλλική εταιρεία Marc Dorcel που υπογράφει την παραγωγή είναι εγγύηση. «Πολυτέλεια, εκλέπτυνση, αισθητική», είναι το μότο της, και στην ιστορία της υπερηφανεύεται για το πρώτο ευρωπαϊκό πορνό που γυρίστηκε σε βίντεο.

Γυρίζω στο σπίτι με έξαψη δεκαπεντάχρονου που ετοιμάζεται για τις πρώτες του διακοπές στις Κυκλάδες και στο δρόμο θυμάμαι το κήρυγμα του πατέρα μου ένα πρωινό πολύ παλιά καθ’οδόν προς το φροντιστήριο, όταν στο σπίτι ανακάλυψαν τη σακούλα με τις τσόντες. «Εμ, βέβαια», κατέληξε πριν με αφήσει στην Κάνιγγος. «Αυτά βλέπετε, μετά ερεθίζεστε, και μετά αποβλακώνεστε». Αλλά μια καλή παραγωγή πορνό, σκέφτομαι, δεν είναι μόνο σεξ, όπως οι Ολυμπιακοί δεν είναι μόνο τα αθλήματα -αν και πάντα υπάρχουν κάποιοι που αρέσκονται να παρακολουθούν με τις ώρες πινγκ πονγκ σε κλειστό χώρο. Μια ταινία είναι πάνω απ’όλα το μέρος όπου έχει γυριστεί –η βόρεια Ελλάδα για το Τοπίο στην Ομίχλη, το Τόκιο για το Χαμένοι στη Μετάφραση, το Μανχάταν για τον Ταξιτζή, και η Μύκονος για το Paradise Hot Mykonos 2. Το γνωρίζει μέχρι και ο Αβραμόπουλος που θέλει να μετατρέψει την Ελλάδα σε στούντιο του Χόλιγουντ για να προσελκύσει τουρίστες. Μόνο που κάθε χρόνο οι Αμερικανοί ξοδεύουν για πορνό όσα και για να πάνε σινεμά -πάνω από 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με το περιοδικό Adult Video News, οι ενοικιάσεις βίντεο και DVD πορνό στην Αμερική ξεπερνούν τα 800 εκατομμύρια. Αν η Ελλάδα δάνειζε τις φυσικές ομορφιές της σε παραγωγές πορνό, δεν θα είχε οφέλη παρόμοια των Ολυμπιακών και της Eurovision, χωρίς το κόστος και χωρίς να μετακινηθούν αδέσποτα και άστεγοι;

Βάζω το DVD και υπέροχη μουσική αρμονίου ξεχύνεται στο δωμάτιο. Την οθόνη γεμίζει η Αθήνα -το Θησείο, η Ακρόπολη, και το χάος των πολυκατοικιών της ειδωμένο από ψηλά. Ο Δήμος Αθηναίων δεν έχει εγκαινιάσει ακόμη το καλοκαιρινό πρόγραμμα υπαίθριων πολιτιστικών εκδηλώσεων με αποτέλεσμα στη Διονυσίου Αεροπαγίτου να κυκλοφορούν όλες κι όλες δυο τουρίστριες που προσπαθούν να διαβάσουν ένα χάρτη με ύφος κάποιου που προσπαθεί να διαβάσει αρχαιοελληνική επιτύμβια επιγραφή στον Κεραμεικό. Ένα ζευγάρι εμφανίζεται και τις βοηθά να βρουν στο χάρτη τη Μύκονο. Χωρίς υπαίθριες πολιτιστικές εκδηλώσεις, τι να κάνουν στην Αθήνα;

Ο σκηνοθέτης αποφασίζει να δείξει με σύντομα πλάνα τη διαδρομή προς το νησί. Να η Πειραιώς, πήχτρα στην κίνηση, να το λιμάνι του Πειραιά και το κατάστρωμα του πλοίου, όπου πιάνουν θέση τα ζευγάρια για να χαρούν τη θέα: τους γλάρους, τα πλοία που περνούν, το Φάληρο, τη Γλυφάδα και τη Βουλιαγμένη με τον Υμηττό στο βάθος, και τέλος την πιο χαρακτηριστική εικόνα καλοκαιρινών διακοπών, τον αφρό από τις προπέλες που αφήνει στο διάβα του το πλοίο πίσω από την ελληνική σημαία που κυματίζει. Είμαι έτοιμος να βγάλω εισιτήριο για την Ελλάδα. Τι ήθελα εγώ με τέτοια ζέστη μες στους ουρανοξύστες;

Από τα νερά που αφρίζουν, μεταφερόμαστε, κάπως απότομα, στο λιακωτό μιας βίλας, όπου μια ημίγυμνη Αφροδίτη ανάσκελη χαίρεται την αυγή των πραγμάτων, που θα’λεγε ο ποιητής του Αιγαίου. Από τη θάλασσα ανεβαίνει ένας κομψός Ιταλός που αμέσως βγάζει τα Armani και καταλαβαίνουμε ότι είναι ο θεός Πάνας μεταμφιεσμένος. Φιλιούνται με πάθος που θυμίζει το φιλί στο Breakfast at Tiffany’s, μόνο που αυτό έχει γυριστεί στο Μανχάταν, και κάτι ενδιαφέρον συμβαίνει στην ηχητική υπόκρουση: το αρμόνιο εμπλουτίζεται με κοφτά αχ και βαχ, που σταδιακά μεγαλώνουν σε ένταση και διάρκεια, ξαναρχίζουν την ανάπτυξη με παραλλαγές του βασικού θέματος με κοντραπούντο και μονοφωνίες, οδηγούνται σε μικρά κρεσέντο, ξαναηρεμούν, ξαναδυναμώνουν, και μια μακρόσυρτη ιαχή κορυφώνει το πάθος, σαν χορδή βιολιού που πάλλεται απ’το δοξάρι στις πιο ψηλές της νότες. Το ζεύγος έχει ανέβει στο πεζούλι του λιακωτού, που είναι περισσότερο άβολο, αλλά προσφέρει καλύτερη θέα στο πέλαγος. Μαγεία.

Δεν ήξερα ότι στη Μύκονο οι πισίνες είναι περισσότερες από τα σπίτια, αλλά στην ταινία φαίνεται ξεκάθαρα. Βλέπω πισίνες με τζακούτζι, πισίνες με φοίνικες, πισίνες με θέα το λιμάνι, πισίνες με θέα παραλίες, πισίνες με θέα άλλες πισίνες, και όλες τους προξενούν μια ακατανίκητη σεξουαλική διέγερση στους λουόμενους. Για αλλαγή, όταν οι λουόμενοι δεν το κάνουν στις πισίνες, το κάνουν καταμεσίς στο δρόμο μες στο νοικιασμένο τζιπάκι, στις ξερολιθιές, και στην παραλία, χωρίς να φοβούνται μην τους πάρει κανένα μάτι, αφού κανείς δεν είναι έξω –όλοι βρίσκονται στις πισίνες.

Ζέστη, υγρασία, νερά, παραλίες, στήθη, κοιλιακοί, ιδρώτας, και μια αιθέρια ύπαρξη μου ψιθυρίζει κάτι στ’αυτί, με σηκώνει απαλά, και μαζί πετάμε έξω από το δωμάτιο, πάνω από τη Βοστόνη, τον Ατλαντικό, τις Άλπεις, να η Κέρκυρα, ο Ισθμός, η Ακρόπολη, η καλδέρα της Σαντορίνης, κι έξαφνα ένα μελτέμι μας σπρώχνει ψηλά, πολύ ψηλά, η Γη από κάτω μια μπάλα κι ένας τεράστιος κρατήρας της Σελήνης είναι έτοιμος να μας καταπ - ξυπνώ κάθιδρος. Στο βάθος της οθόνης βλέπω τις απολαυστικές καμπύλες ενός όρμου και μπροστά τα οπίσθια μιας ξανθιάς που έχει πέσει μπρούμυτα και ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά σαν να κάνει πουσάπς. Μάλλον θα είναι η νέα καλοκαιρινή κασέτα της Ελένης Πετρουλάκη, σκέφτομαι, και κατευθύνομαι στο μπάνιο να φρεσκαριστώ. Όταν γυρίζω, η Ελένη Πετρουλάκη δεν βρίσκεται εκεί, βίσκονται όμως δυο πελεκάνοι, μετά τρεις ανεμόμυλοι, και μετά η Ελένη Πετρουλάκη εμφανίζεται με δυο φίλες της να βολτάρουν στη Μικρή Βενετία και τα στενά της Μυκόνου, ενώ σουρουπώνει και στο νησί ανάβουν τα φώτα.

Είναι ωραία στον Παράδεισο, αλλά αυτό είναι όλο; Αποφασίζω να επισκεφτώ το μεγαλύτερο gay βίντεο κλαμπ της Βοστόνης. Κάτι η Μύκονος, κάτι η αύρα των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, καμιά δεκαριά gay πορνό έχουν γυριστεί στην Ελλάδα. Όμως, ο υπάλληλος του βίντεο κλαμπ δεν έχει ιδέα και του δίνω τους τίτλους των δυο μεγαλύτερων παραγωγών, το Out of Athens (της Falcon, της αμερικανικής εταιρείας κολοσσού στο gay πορνό) και το Greek Holidays (της Bel Ami, μιας φιλόδοξης ευρωπαϊκής εταιρείας με ειδίκευση στα νεαρά μοντέλα από την ανατολική Ευρώπη). «Α, ναι», λέει ο υπάλληλος. «Δεν είχα καταλάβει ότι έχουν γυριστεί στην Ελλάδα». Χαλόου! Φέρνει τις ταινίες και τον ρωτώ πώς πάνε από κίνηση. Μου λέει ότι πριν 4 χρόνια που βγήκε το Out of Athens πήγε πολύ καλά, αλλά τελευταία έχει πέσει. Και ότι το Greek Holidays, που βγήκε πέρυσι, το νοικιάζουν πολλοί (αυτό το μήνα, η ταινία βρίσκεται στη θέση 16 των τσαρτς gay πορνό του Adult Video News). Ρωτώ αν μετρά για τον κόσμο ότι οι ταινίες έχουν γυριστεί στην Ελλάδα. «Μπα, το μόνο που τους νοιάζει είναι τούτο δω», λέει και δείχνει στο εξώφυλλο κάτι που μοιάζει με τον Κινγκ Κονγκ σε στύση αλλά χωρίς τον Κινγκ Κονγκ. «Δεν δίνουν δεκάρα πού έχουν γυριστεί οι ταινίες». Δεν πτοούμαι. Και στο Tomb Raider 2 όλοι για την Αngelina Jolie πήγαν, αλλά τα πλάνα με τη Σαντορίνη στην αρχή τα είδαν.

Βάζω το Greek Holidays, γυρισμένο το πρώτο μέρος στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο, και το δεύτερο -πού αλλού;- στη Μύκονο. Κάνω λάθος, ή είναι μπουζούκι αυτό που ακούγεται; Δεν κάνω λάθος. Μια ορχηστρική βερσιόν του “Σήκω χόρεψε συρτάκι» πλημμυρίζει το δωμάτιο, σαν από δίσκο του Γιώργου Κατσαρού, μόνο πιο μπιτ και χωρίς σαξόφωνο, κι είμαι έτοιμος να φέρω μια γυροβολιά, αλλά την προσοχή μου τραβά το πλοίο της γραμμής προς Ιόνιο. Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει ένα τραγούδι, ας με συγχωρέσει ο ποιητής, και στο κατάστρωμα έχουν πάρει θέση ένας ξανθός Απόλλωνας και ένας μελαχρινός Ήφαιστος. Ο Ήφαιστος πηγαίνει, λέει, ν’αγοράσει ένα άρωμα απ’ το κατάστημα του πλοίου για να σκανδαλίσει τον Απόλλωνα, και ο ναύτης, που τόση ώρα τους παρατηρεί, βρίσκει την ευκαιρία να παρασύρει τον Απόλλωνα στην καμπίνα του για ναυτικές και άλλες επιδείξεις. Μια χαρά οι καμπίνες και, κυρίως, πρακτικές. Τι ξεροσταλιάζω τόσο καιρό μόνος στα καταστρώματα;

Έχω πολλά χρόνια να πάω στο Ιόνιο και, αν είναι όπως το βλέπω, θα πάω με την πρώτη ευκαιρία. Παραλίες; Νερά; Θέα; Η ταινία δεν αφήνει τίποτα ανεκμετάλλευτο. Ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος, και άλλοι καμιά δεκαπενταριά φίλοι τους, επισκέπτονται το Κάστρο της Κεφαλονιάς, το κάνουν στων βράχων το απλησίαστο –συγγνώμη και πάλι-, δοκιμάζουν καπέλα στο Φισκάρδο, τρώνε δίπλα στο κύμα, παίζουν βόλεϊ στο Ναυάγιο της Ζακύνθου, πετούν με αλεξίπτωτο και βουτούν με τις ώρες στο πέλαγος απ’το βατήρα του καϊκιού που τους μεταφέρει στη Μύκονο. Εκεί πάλι δεν χάνουν την ώρα τους σε πισίνες. Περιπλανιούνται στα σοκάκια, μπαίνουν σε κοσμηματοπωλεία και καταστήματα ειδών δώρου, και σχολιάζουν τα πάντα με ατάκες βγαλμένες από το Καφέ της Χαράς: βλέποντας τη θέα στον Άσο: «θα είναι ένα πήδημα με θέα»* θαυμάζοντας τη στύση ενός σατύρου σε μια καρτ ποστάλ: «θα μπορούσε να κάνει μεγάλη ζημιά»* παίρνοντας ιδέες από τις σεξουαλικές αναπαραστάσεις ενός αμφορέα: «ενδιαφέρουσα στάση, αυτό θα δοκιμάσουμε σήμερα»* μετά το ξενύχτι στη Μύκονο: «μυρίζεις το σεξ στον αέρα» - «οι άνθρωποι ψωνίζονται όλη μέρα» - «θα ξαναρθούμε του χρόνου;» - «δε βλέπω την ώρα». Και γω.

Αν το Greek Holidays είναι μια ανάλαφρη κομεντί, το Out of Athens είναι ψυχολογικό θρίλερ. Το καταλαβαίνουμε αμέσως από τη μουσική με επιρροές από John Williams, από το φλουταρισμένο πλάνο που χρησιμοποιεί ο auteur κάθε φορά που θέλει να δείξει υποκειμενική οπτική γωνία, και από την εισαγωγική σκηνή πριν τους τίτλους: μια παρέα αποφοίτων του Χάρβαρντ δεν δέχονται στην παρέα τους τον πρωταγωνιστή, ο οποίος μπορεί να μην έχει πάει στο Χάρβαρντ, αλλά πολύ θα ήθελε να βάλει στο βιογραφικό του ένα όργιο με τους αποφοίτους του. Η απόρριψη τον τραυματίζει βαθιά και αποφασίζει να ζήσει το μύθο του στην Ελλάδα, όπου οι απόφοιτοι οργανώνουν reunion. Ήδη στο πλοίο συναντά κάποιον που φορά μπλουζάκι Harvard Crew. Τον παρασύρει στην καμπίνα, τον εξαντλεί σωματικά, και όση ώρα αυτός κοιμάται, του κλέβει το μπλουζάκι. Ίσως οι καμπίνες να μην είναι τόσο καλή ιδέα τελικά.

Αν ήθελα ψυχολογικά τραύματα, έπαιρνα το Απέραντο Γαλάζιο. Αποφασίζω να αγνοήσω την υπόθεση και να επικεντρωθώ σε επιμέρους στοιχεία της ταινίας, όπως τον υπέροχα φωτογραφημένο σταθμό του τραίνου στον Πειραιά. Εκεί ο πρωταγωνιστής συναντά έναν Έλληνα -το καταλαβαίνουμε επειδή τον λένε Νίκο και επειδή με 35 βαθμούς θερμοκρασία φορά μαύρα παπούτσια, μαύρο παντελόνι με ζώνη, και μαύρο τι σερτ μέσα από το παντελόνι- και μαζί ανακαλύπτουν την Αθήνα. Ακολουθεί διαφήμιση του ΕΟΤ: ανεβαίνουν στην Ακρόπολη, επισκέπτονται το Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου αποφασίζουν να κάνουν ένα φιλικό σπριντ, φιλιούνται στο Λυκαβητό με θέα τον Παρθενώνα, και περπατούν στα στενά της Πλάκας, όπου βρίσκουν την ευκαιρία για μια πιο ουσιαστική, αν και φευγαλέα, γνωριμία στα όρθια. Το μέρος επιτέλους εμπνέει το Νίκο να πετάξει τα μαύρα, και συνειδητοποιώ ότι κάτι μου θυμίζει. Χμ… Αυτός δεν ήταν στο εξώφυλλο που μου έδειξε ο υπάλληλος του βίντεο κλαμπ;

Η συνέχεια επιφυλάσσει μια σκηνή στα σκαλοπάτια της Σύρου –ευτυχώς που η ταινία αναφέρει τα μέρη σε υπότιτλους -, βόλτες στα Φηρά με θέα την Καλδέρα, και φυσικά Μύκονο, εκεί που καταλήγουν όλοι. Ακόμη και ο απόφοιτος του Χάρβαρντ που έχασε το μπλουζάκι του και το αναζητά, δίνοντας στο σκηνοθέτη την ευκαιρία να ξαναδημιουργήσει στα σοκάκια της Μυκόνου τη διάσημη σκηνή του κυνηγητού στα στενά του Μαρακές από τον Άνθρωπο που γνώριζε πολλά του Χίτσκοκ. Κορυφαίο.

Δεν θα αποκαλύψω τι γίνεται στο τέλος γιατί δεν το είδα. Τόση αδρεναλίνη δεν αντέχει ούτε ο πιο αμετανόητος θαυμαστής του Χίτσκοκ. Προχώρησα κατευθείαν στους τίτλους του τέλους, και κει με περίμενε μια έκπληξη. Στα ονόματα των συντελεστών είχε προστεθεί η κατάληξη «–opolis» κι ένα μήνυμα. «Σκηνοθεσία: John Rutherford-opolis» (o επί χρόνια πρόεδρος της Φάλκον και βραβευμένος σκηνοθέτης περισσότερων από 280 ταινιών πορνό) «Efcharisto! (Thank you!)».

7/6/11

Αλφρεντ Κίνζι: Ο νονός του 10%

[10%, Μάρτιος - Απρίλιος 2005]

Προς το τέλος της ταινίας Kinsey, μια καλοστεκούμενη ηλικιωμένη γυναίκα (Λιν Ρεντγκρέιβ) μπαίνει στο γραφείο του καθηγητή σεξολογίας, παλιότερα ζωολογίας, Άλφρεντ Τσαρλς Κίνζι (Alfred Charles Kinsey), που τον παίζει ο Λίαμ Νίσον. Χαμογελά πλατιά, δακρύζει, και του λέει ότι η ζωή της άλλαξε, χάρη σ’αυτόν. «Για πολλά χρόνια είχα σχέση με μια γυναίκα. Φυσικά στα κρυφά. Δεν ξέραμε πώς να τη χαρακτηρίσουμε, ήταν σαν να μην υπάρχουμε. Σας ευχαριστώ που δείξατε ότι υπάρχουμε».

Στην Αμερική του 1948, όταν ο Κίνζι εξέδωσε τη Σεξουαλικότητα των Αρρένων, η μόνη αποδεκτή σεξουαλική δραστηριότητα ήταν αυτή του ετεροφυλόφιλου και παντρεμένου ζευγαριού. Κάθε άλλη σεξουαλική δραστηριότητα ήταν της αρμοδιότητας του εξομολογητή ή του ψυχίατρου. Ο Κίνζι θέλησε να δει ποια ήταν η πραγματική εικόνα όσον αφορά το σεξ, χωρίς τη μεσολάβηση της ηθικολογίας. Μαζί με φοιτητές και συνεργάτες του στο σεξολογικό Ινστιτούτο που είχε ιδρύσει στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, πήρε προσωπικές συνεντεύξεις από περισσότερους από 12.000 άνδρες, ρωτώντας τους αυτά που δεν είχε τολμήσει να ρωτήσει ποτέ κανείς (το ερωτηματολόγιο ξεπερνούσε τις 300 ερωτήσεις). Ενα από τα πολλά που ανακάλυψε ήταν ότι ένα 37% των ανδρών είχε τουλάχιστον μια σεξουαλική εμπειρία με άλλο άνδρα.

Δεν ήταν αναγκαστικά ομοφυλόφιλοι. Ο Κίνζι πίστευε ότι ο ερωτικός προσανατολισμός δεν είναι ζήτημα επιλογής άσπρου ή μαύρου, αλλά ζήτημα αναλογίας - ένα γκρίζο άλλοτε πιο σκούρο, άλλοτε πιο ανοιχτό. Ετσι, δημιούργησε μια κλίμακα από το 0 ως το 6 και κατέταξε τους άνδρες ανάλογα με την έλξη τους προς τα δύο φύλα (η οποία υπολογίστηκε λαμβάνοντας υπόψη τις φαντασιώσεις, τις σκέψεις, τη σεξουαλική τους δραστηριότητα, και άλλες μεταβλητές). Το 0 σήμαινε καμία έλξη προς τους άνδρες, το 6 καμία έλξη προς τις γυναίκες. Η έρευνα έδειξε ότι ένα 8% των ανδρών βρίσκονταν στο 3, δηλαδή στη βάση. Οσοι πέρασαν τη βάση, ήταν δηλαδή κυρίως ή αποκλειστικά ομοφυλόφιλοι, αποτελούσαν ένα 10%.

Το βιβλίο, ένας τόμος 800 σελίδων με στατιστικά και αναλύσεις, βρέθηκε αμέσως στην πρώτη θέση της λίστας μπεστ σέλλερ των Νιου Γιορκ Τάιμς, και παρέμεινε για πολλές εβδομάδες. Το Τάιμ το συνέκρινε με την εκδοτική επιτυχία του Οσα παίρνει ο άνεμος.

Αλλά οι αντιδράσεις των ηθικολόγων ήταν ισχυρές, κι έγιναν ισχυρότερες μετά την κυκλοφορία της Σεξουαλικότητας των Θηλέων το 1953, που έδινε μια διαφορετική από την επικρατούσα εικόνα της αμερικανίδας μάνας κι αδελφής. Αποτέλεσμα ήταν το Ιδρυμα Ροκφέλερ, που είχε χρηματοδοτήσει την έρευνα, να αποσύρει τα κεφάλαια. Ακόμη και σήμερα, το Ινστιτούτο Κίνζι αναγκάζεται να διαψεύδει κατηγορίες ότι χρησιμοποίησε υλικό από βασανιστήρια των Ναζί και συνέπραξε σε μαζική κακοποίηση παιδιών. Και η ταινία Kinsey έχει συναντήσει ισχυρή αντίδραση από αμερικανικές ακροδεξιές οργανώσεις, που κατηγορούν το Χόλιγουντ ότι «αγιοποιεί τον άνθρωπο που ευθύνεται για την ηθική παρακμή της Αμερικής».

Συγκριτικά με άλλους προάγγελλους της σεξουαλικής επανάστασης των ‘60s, o Κίνζι έχει δεχτεί τα περισσότερα βέλη των Αμερικάνων ηθικολόγων. Ενας λόγος είναι η απήχηση της έρευνας στο κοινό, που σημαίνει ότι λειτούργησε ως αποτελεσματικό εργαλείο πίεσης για αλλαγές. Οι Νιου Γιορκ Τάιμς δεν άργησαν να ζητήσουν ν’ αλλάξει η νομοθεσία περί γεννετήσεων εγκλημάτων, που, όπως έδειχνε η έρευνα, θεωρούσε εγκληματίες τουλάχιστον το μισό ανδρικό πληθυσμό. Ενας άλλος λόγος είναι το εύρος και το μέγεθος του δείγματος, που δεν ήταν εύκολο ν’αγνοηθούν. Κι ένας τρίτος, η θετικιστική μέθοδος που ακολούθησε ο Κίνζι και καθιστούσε τα στοιχεία του αδιαμφισβήτητα.

Αν και ο Κίνζι είχε μετατρέψει τον εαυτό του και τους γύρω του σε σεξουαλικά πειραματόζωα -μεγάλο μέρος της ταινίας αφορά τη σεξουαλική σχέση του με τον φοιτητή του Γουόρντελ Πομερόι  (Κρις Ο Ντόνελ) και στη συνέχεια τη σεξουαλική σχέση του Πομερόι με τη γυναίκα του Κίνζι, Κλάρα Μακ Μίλεν  (Λόρα Λίνι)-, συγχρόνως κρατούσε την αυστηρότητα ενός προσεκτικού και ουδέτερου παρατηρητή. Κατέγραφε τα πάντα, αλλά δεν έπαιρνε θέση.

O Κίνζι αντιμετώπισε το σεξ όπως τις σφήκες που μελετούσε για είκοσι χρόνια πριν στραφεί στη σεξολογία. Και οδηγήθηκε στο ίδιο συμπέρασμα: όπως κάθε σφήκα διαφέρει από την άλλη, έτσι και η σεξουαλική συμπεριφορά διέπεται από ποικιλλία. «Πρώτος ο Κίνζι είπε ότι η σεξουαλικότητα του καθενός είναι μοναδική», λέει ο σκηνοθέτης της ταινίας Μπιλ Κόντον, «και συνεπώς στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα ο όρος ‘νορμάλ’ δεν ισχύει. Υπάρχει μόνο το ‘συνηθισμένο’ ή το ‘σπάνιο’».

Αν αυτό ακούγεται πολύ λιγότερο προκλητικό σήμερα σε σχέση με 60 χρόνια πριν, γεγονός που μας επιτρέπει να μιλάμε για σεξουαλικότητα και να μη σκεφτόμαστε το κρεββάτι του γάμου ή το ντιβάνι του ψυχαναλυτή, το 10% χρωστά στον Κίνζι περισσότερα απ’το όνομά του. Σ’ένα βαθμό, του χρωστά την ύπαρξή του.

-*-

6/6/11

Μόργκαν Σπέρλοκ: "Να σταματήσουμε να τρώμε φαστ φουντ"

[Εψιλον, 27/2/05]

Αυτό που αποφεύγουν να πουν οι αλυσίδες φαστ φουντ, μας το θυμίζει ο Μόργκαν Σπέρλοκ (Morgan Spurlock) στην ταινία Super Size Me: η υπερβολική κατανάλωση φαστ φουντ βλάπτει. Το ξέρουμε, αλλά συχνά το ξεχνάμε όταν περνάμε τη γιάλινη πόρτα και περιμένουμε μπροστά στο ταμείο, κοιτάζονας τις φωτογραφίες και τα εξωτικά ονόματα στο μενού.

H ιδέα της ταινίας γεννήθηκε πριν τρία χρόνια, όταν δυο Αμερικανίδες που είχαν περάσει πολλές ώρες μπροστά στο ταμείο των Μακ Ντόναλντς, της παλαιότερης και μεγαλύτερης αλυσίδας στον κόσμο, μήνυσαν την εταιρία ως υπεύθυνη για την παχυσαρκία τους (μια αναδυόμενη επιδημία, κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας). Το δικαστήριο απέρριψε τη μήνυση. Είπε ότι θα είχε νομική βάση αν αποδεικνυόταν ότι το να τρώει κανείς αποκλειστικά Μακ Ντόναλντς οδηγεί αναπόφευκτα σε προβλήματα υγείας. Εκεί που οι άλλοι είδαν το άδοξο τέλος μιας μήνυσης, ο Μόργκαν Σπέρλοκ είδε την υπόθεση μιας ταινίας. Τι θα γίνει, σκέφτηκε, αν για ένα μήνα τρώω αποκλειστικά Μακ Ντόναλντς, λέγοντας «ναι» κάθε φορά που θα μου προτείνουν να πάρω το μεγαλύτερο μέγεθος (Super Size);

Η ταινία (η πρώτη του Σπέρλοκ -πριν το Super Size Me είχε εκπομπή στο ΜΤV και είχε διακριθεί για ένα εταιρικό φιλμ της Sony κι ένα θεατρικό έργο) λειτουργεί συγχρόνως ως προειδοποίηση και ως αντι-διαφήμιση. Χρήσιμη, μετά από έναν καταιγισμό διαφημιστικών τεχνασμάτων για δεκαετίες, τα πιο επιθετικά από τα οποία απευθύνονται στα παιδιά, τους αυριανούς διά βίου πελάτες: παιχνιδότοποι, τζούνιορ γεύματα, και δωράκια.

Πρόσφατα, μια μέρα πριν ο Μόργκαν Σπέρλοκ φύγει για σύντομες διακοπές μετά από ένα εξαντλητικό πρόγραμμα προώθησης του Super Size Me, μιλήσαμε μεταξύ άλλων για τις επιπτώσεις της Μακ-δίαιτας στην υγεία του, την ευθύνη των αλυσίδων, τις εναλλακτικές απέναντι στα φαστ φουντ, το Μάικλ Μουρ, και την αντίδραση των Μακ Ντόναλντς στην ταινία.

____________

Τα Μακ Ντόναλντς είπαν ότι αυτό που έκανες, να καταναλώνεις περίπου 5.000 θερμίδες τη μέρα, διπλάσιες από το κανονικό, χωρίς άσκηση, ήταν ανεύθυνο.

Ε, κάτι θα έλεγαν για να γυρίσουν τα πράγματα υπέρ τους, αλλά η πραγματικότητα δεν αλλάζει. Πουλάνε φαγητό που δεν σου κάνει καλό, όπως οι περισσότερες αλυσίδες φαστ φουντ. Επομένως, αντί να κατηγορούν την ταινία ως εξωπραγματική, καλύτερα να κοιτάξουν το φαγητό που προσφέρουν και τις επιχειρηματικές πρακτικές τους, και να δουν τι θα κάνουν για να βελτιώσουν την κατάσταση.

Μετά την ταινία αφαίρεσαν την επιλογή supersize.

Είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και φυσικά τους επικροτώ. Αλλά χρειάζονται περισσότερα.

Η μεγαλύτερη κριτική που ασκήθηκε στην ταινία είναι ότι παραβιάζει ανοιχτές πόρτες. Όλοι ξέρουν ότι το να τρως συνέχεια φαστ φουντ δεν κάνει καλό στην υγεία.

Αυτό είναι και το επιχείρημα των Μακ Ντόναλντς. Ότι όλοι γνωρίζουν πως αν τρως συνέχεια φαγητό αυτού του είδους, θα έχεις προβλήματα υγείας. Αλλά κάθε πότε πρέπει να το τρως; Αυτό δεν σου το λένε ποτέ. Το ερώτημα είναι: ξέρουμε πράγματι πόσο κακό είναι το φαγητό τους; Μπορεί να μην τρως φαστ φουντ τρεις φορές την ημέρα, όπως στην ταινία, αλλά αν είναι βασικό μέρος της διατροφής σου, όπως είναι για πολλούς, θ’ αποκτήσεις πίεση, καρδιοπάθειες, διαβήτη. Αν δεν συμβεί σε τριάντα ημέρες, θα συμβεί σε δεκαπέντε, είκοσι χρόνια.

Αλλά γι’αυτό ευθύνονται οι εταιρείες φαστ φουντ ή ο καταναλωτής;

Φυσικά δεν μπορείς ν’ αρνηθείς ότι εμείς ως ενήλικες έχουμε ευθύνη για το τι αγοράζουμε και τι βάζουμε στο στόμα μας. Τα παιδιά βέβαια είναι άλλο ζήτημα. Αλλά με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορείς να αρνηθείς και την ευθύνη των εταιρειών. Μια εταιρία που τρέφει 46 εκατομμύρια ανθρώπους την ημέρα δεν μπορεί να βγάζει τον εαυτό της απέξω, να λέει: «δεν είναι δικό μας πρόβλημα». Οχι, αγαπητά Μακ Ντόναλντς, είναι εν μέρει δικό σας πρόβλημα και έχετε τη δυνατότητα ν’αλλάξετε την κατάσταση.

Από τη στιγμή που το μεγαλύτερο ποσοστό του φαγητού που τρώμε σήμερα περνά από μια διαδικασία βαριάς επεξεργασίας, από τον κτηνοτρόφο και τον αγρότη ως τα εργαστήρια παραγωγής γεύσεων και το μαγείρεμα, είναι δίκαιο να ξεχωρίσουμε έναν κλάδο, τα φαστ φουντ, και συγκεκριμένα μια εταιρεία; 

Το θέμα είναι ότι η βιομηχανία φαστ φουντ ασκεί τεράστια επιρροή σ’όλη βιομηχανία φαγητού. Η ίδια η νοοτροπία που προωθούν, ότι θέλουμε φαγητό και το θέλουμε τώρα, διαπερνά όλη την βιομηχανία. Τα Μακ Ντόναλντς τρέφουν περισσότερους ανθρώπους από κάθε άλλον. Κάπου 17 δισεκατομμύρια ανθρώπους το χρόνο. Επομένως, αν ήθελε, και μόνη της η εταιρεία θα μπορούσε ν’ αλλάξει ολόκληρη τη βιομηχανία φαγητού, όπως άλλωστε συνέβαλε τα μέγιστα να φτάσει η κατάσταση εδώ που είναι. Μ’αυτό το σκεπτικό την επέλεξα.

Τι εναλλακτικές έχουμε εμείς οι καταναλωτές έναντι του φαστ φουντ;

Να σταματήσουμε να τρώμε το φαγητό τους. Δεν μας αναγκάζει κανείς. Να δώσουμε προτεραιότητα στην υγιεινή διατροφή, στην άσκηση, στο μαγείρεμα στο σπίτι. Να αποκτήσουμε σχέση με το φαγητό και την οικογένεια. Αυτά έχουν χαθεί σήμερα και ελπίζω ότι η ταινία θα κάνει τους ανθρώπους να τα σκεφτούν.

Εχουμε χρόνο για όλα αυτά με το σημερινό ρυθμό της ζωής;

Μια από τις καλύτερες ατάκες που έχω ακούσει στη ζωή μου ειπώθηκε από έναν γιατρό στην ταινία. Είπε ότι αν δεν βρεις χρόνο να φροντίσεις τον εαυτό σου τώρα, θα χρειαστείς χρόνο αργότερα για το νοσοκομείο. Αν δεν το βάλεις στο πρόγραμμα τώρα, καλύτερα να βάλεις στο πρόγραμμα ότι θα αρρωστήσεις αργότερα.

Ενα άλλο ζήτημα είναι η τιμή του φαγητού. Τα φαστ φουντ θεωρούνται φτηνή εναλλακτική λύση.

Ο λόγος που το φαστ φουντ μας φαίνεται φθηνότερο είναι διότι δεν ξέρουμε πια να μαγειρεύουμε. Αυτό είναι το θέμα.

Και, όπως αφήνεις να φανεί στην ταινία, με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία, με τις χαμηλές αμοιβές στους κτηνοτρόφους, τους αγρότες και τους εργαζόμενους στα καταστήματα, συνολικά δεν είναι καθόλου φθηνότερο. Απλά το κόστος μετακυλίεται.

Ακριβώς.

Υπήρξε κάποια στιγμή που φοβήθηκες; Που σκέφτηκες να τα παρατήσεις;

Τα χρειάστηκα την 21η ημέρα. Ξύπνησα με πόνους στο στήθος, δεν μπορούσα ν’αναπνεύσω. Οι τρεις γιατροί που με παρακολουθούσαν είπαν: «αν δεν σταματήσεις, δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί». Είναι το τελευταίο πράγμα που θες ν’ακούσεις από γιατρό. Ολοι μου έλεγαν να σταματήσω, εκτός από το μεγαλύτερο αδελφό μου. «Μόργκαν», μου λέει, «ο κόσμος τρώει αυτές τις αηδίες όλη την ώρα, θα σε σκοτώσουν αν συνεχίσεις για εννιά μέρες ακόμη»; Ηταν το πιο λογικό πράγμα που άκουσα ποτέ. «Οχι, δεν θα με σκοτώσει. Θα συνεχίσω».

Δεν έκανες καμία παρασπονδία;

Πολύ θα ήθελα να είχα λίγο μπρόκολο, αλλά δυστυχώς τα Μακ Ντόναλντς δεν πουλάνε μπρόκολο. Δεν πουλούσαν ούτε μήλα τότε -τώρα νομίζω τα έχουν βάλει στο μενού. Η συμφωνία ήταν ότι μπορούσα να φάω μόνο φαγητό που πουλιέται στα Μακ Ντόναλντς, 3 γεύματα τη μέρα για 30 ημέρες.

Είχαν όμως κόκα κόλα λάιτ. Στην ταινία σε βλέπουμε συνέχεια με τεράστια ποτήρια κανονικής κόκα κόλα με κάπου 500 θερμίδες το καθένα, όπως λες.

΄Ηπια πολλές φορές και λάιτ. Και έτρωγα σαλάτες, περίπου κάθε δέκα γεύματα. Η συμφωνία ήταν ότι θα έτρωγα τουλάχιστον μια φορά ό,τι υπήρχε στο μενού. Αλλά και πάλι. Τι είναι οι σαλάτες τους; Μαρούλι και τυρί. Τώρα τις φτιάχνουν λίγο καλύτερες, αλλά για σαλάτες έχουν πολλά λιπαρά, ζάχαρη και αλάτι.

Πώς έκανες γύρισμα μέσα στα Μακ Ντόναλντς; Είναι κρυφή κάμερα;

Όχι. Η κάμερα ήταν πάντα φανερή σε όλους. Βέβαια τα Μακ Ντόναλντς δεν θα μας έδιναν ποτέ άδεια για γυρίσματα στα καταστήματα, κι έτσι δεν τους τη ζητήσαμε. Αλλά συνήθως οι υπάλληλοι δεν έδιναν μία για την κάμερα.

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία στην ταινία είναι η προσέγγιση των αλυσίδων στα παιδιά. Ενας απ’τους τρόπους είναι η πώληση φαστ φουντ στις σχολικές καντίνες.

Η ιστορία με τα σχολεία είναι απίστευτη. Εχουμε πουλήσει τα σχολεία μας σε εταιρείες φαστ φουντ. Εχουν έρθει και πουλάνε καθημερινά τα αναψυκτικά τους, τις καραμέλες τους, τις τηγανιτές τους πατάτες, τα χάμπουργκερ. Το θεωρώ ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι βασικά ξεπουλάμε τα παιδιά μας.

Τι μπορεί να γίνει; 

Πρέπει να το σταματήσει η κυβέρνηση. Κάποιες πολιτείες το έχουν ήδη απαγορεύσει. Κι εκτός από την απαγόρευση του φαστ φουντ, οι καντίνες πρέπει ν’ αρχίσουν να προσφέρουν υγειινά και φρέσκα προϊόντα. H καντίνα είναι επέκταση της σχολικής αίθουσας, τα παιδιά διδάσκονται και εκεί.

Υποθέτω ότι δεν θα είναι εύκολο, δεδομένων των πιέσεων που ασκούν τα λόμπι του κλάδου τροφίμων.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους που προωθώ την ταινία τόσο επιθετικά και προσπάθησα να βρω όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δανομή και να δείξω την ταινία στους πολιτικούς. Οταν βγήκε το DVD, στείλαμε από ένα αντίγραφο σε 1.500 ανθρώπους με επιρροή στην Ουάσιγκτον. Προσπαθούμε να κρατήσουμε το διάλογο στην επικαιρότητα, για μένα είναι μια συνεχόμενη διαδικασία.

Πώς αντιδρά ο κόσμος στην ταινία;

Η αντίδραση είναι καταπληκτική. Ο κόσμος συνειδητοποιεί ότι χρειάζεται να φέρουμε τα πάνω κάτω. Διότι για πρώτη φορά στην ιστορία μας συνειδητοποιούμε τι επίδραση έχει η διατροφή στο σώμα μας. Το βλέπουμε. Βλέπουμε για πρώτη φορά παιδιά με διαβήτη, βλέπουμε νέους ανθρώπους να πεθαίνουν από καρδιά, και αρχίζουμε να ενώνουμε τις τελείες. Υπάρχει ένα άνοιγμα τώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, άνθρωποι που θέλουν πραγματικά ν’αλλάξουν τα πράγματα. Αν καταφέρουμε να συνεχιστεί ο διάλογος και να κρατήσουμε τη δυναμική της στιγμής, μπορούμε να το πετύχουμε.

Κάποιοι κατηγόρησαν την ταινία, μάλλον από τα αριστερά, ότι διαπραγματεύεται ένα σοβαρό θέμα με επιπόλαιο τρόπο, ότι δεν μπαίνει σε βάθος, και ότι πρόκειται περισσότερο για μια προσπάθεια αυτοπροβολής.

Πού το βρήκες αυτό; Είναι ατάκα από τα Μακ Ντόναλντς;

Τα Μακ Ντόναλντς έχουν πει κάτι παρόμοιο, αλλά στην πραγματικότητα είναι το επιχείρημα ορισμένων κριτικών κινηματογράφου.

Οποιος έχει δει την ταινία, ξέρει ότι καταπιανόμαστε με κάτι πολύ σοβαρό. Εκανα μια διασκεδαστική ταινία που θέλει να κάνει προσιτό στον κόσμο ένα πολύ σοβαρό θέμα χωρίς να κάνει κήρυγμα. Αυτοί που μιλούν αρνητικά για την ταινία είναι οι άνθρωποι που έχουν συμφέροντα στη βιομηχανία φαστ φουντ. Γνωρίζω αμέτρητους δασκάλους και γονιούς που πήραν τα παιδιά τους στην ταινία τρεις, τέσσερις, πέντε φορές. Στους περισσότερους η ταινία άρεσε και, νομίζω, πέρασε ένα σημαντικό μήνυμα.

Βέβαια στους περισσότερους αρέσει επίσης το φαστ φουντ.

Χα χα, σωστά! Αρα δημιουργείται ισορροπία.

Πολλοί σε παραλλήλισαν με το Μάικλ Μουρ, άλλοι επαινετικά, άλλοι απαξιωτικά. Σ’ενοχλεί ο παραλληλισμός;

Αν δεν μου άρεσε ο Μάικλ Μουρ, πιθανότατα θα μ’ενοχλούσε πολύ. Αλλά μου αρέσει και ως άνθρωπος και ως κινηματογραφιστής. Είναι ανάμεσα στους σκηνοθέτες που μου αρέσουν, μαζί με τον Έρολ Μόρις, ή, από σκηνοθέτες μυθοπλασίας, το Σπίλμπεργκ, τον Κιούμπρικ, τον πολύ αγαπημένο Κάπρα, και τον Καζάν, που είναι μακράν ο πιο αγαπημένος μου. Ο κόσμος κάνει αυτόματα το συνειρμό με τον Μάικλ διότι και οι δύο χρησιμοποιούμε χιούμορ και διηγούμαστε μια αληθινή ιστορία σε πρώτο πρόσωπο. Αλλά οπωσδήποτε το στιλ μας είναι διαφορετικό. Πάντως, ευτυχώς που υπάρχει ο Μάικλ, διότι κάνει τους ανθρώπους να συζητούν για σημαντικά θέματα, όσο κι αν κάποιος ίσως δεν συμφωνεί μαζί του.

Εσύ συμφωνείς μαζί του;

Σε ποιο πράγμα; Κοίτα, ξέρω ποιον ψήφισα για πρόεδρο. Ο δικός μου υποψήφιος δεν κέρδισε, άρα...

Αν επιτρέπεις την ερώτηση, ήταν ένας από τους δύο βασικούς υποψήφιους ή από τα μικρά κόμματα;

Οχι, είμαι οπαδός των φιλελεύθερων. Ψήφισα Κέρι και μάλιστα προσπάθησα να βγει. Δεν συνέβη, αλλά ξέρεις κάτι; Τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα κάνω το καλύτερο που μπορώ για να κάνω θετικές ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές, για να βεβαιωθώ ότι οι άνθρωποι θα σκέφτονται λίγο.

____________

Ελαφρά τη καρδία

Τα παιδιά, δυνάμει πελάτες για μια ζωή, βρίσκονται στο στόχαστρο των αλυσίδων φαστ φουντ από τότε που στη δεκαετία του ’50 ο ιδρυτής των Μακ Ντόναλντς Ρέι Κροκ επιδίωξε να συνεργαστεί με τον Γουόλτ Ντίσνεϊ για να προωθήσει τα προϊόντα του στη Ντίσνεϊλαντ (οι δυο τους είχαν υπηρετήσει μαζί στην ίδια μονάδα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Σήμερα στην Αμερική, τα ΜακΝτόναλντς συναγωνίζονται σε διανομή παιχνιδιών τα μεγαλύτερα καταστήματα παιχνιδιών. Περισσότερα παιδιά αναγνωρίζουν τον κλόουν Ρόναλντ Μακ Ντόναλντ απ’αυτά που αναγνωρίζουν το Χριστό και τον πρόεδρο Μπους. Και σχολεία έχουν συνάψει συμφωνίες με εταιρίες φαστ φουντ και σνακ για να πωλούν, έναντι επιχορήγησης, έναν ελάχιστο αριθμό προϊόντων στις καντίνες.

Οι τακτικές με τις οποίες οι αλυσίδες εκμεταλεύτηκαν το σύγχρονο ρυθμό ζωής αποδίδουν. Οι Αμερικανοί ξοδεύουν σήμερα πάνω από 150 δις ευρώ το χρόνο για φαστ φουντ («περισσότερα απ’ό,τι για ταινίες, βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, βίντεο, και ηχογραφημένη μουσική – μαζί» γράφει ο Έρικ Σλόσερ (Eric Schlosser) στο βιβλίο Fast Food Nation). Στην Ελλάδα, ο τζίρος των τριών μεγαλύτερων αλυσίδων (Γκούντις, Έβερεστ, Γρηγόρης) το πρώτο εξάμηνο του 2004 έφτασε τα 164,4 εκ. ευρώ, αύξηση μεγαλύτερη από 12 τοις εκατό. Τα τρία τελευταία χρόνια, τα καταστήματά τους (και μαζί των ελληνικών Μακ Ντόναλντς, της τέταρτης σε πωλήσεις εταιρίας) έχουν διπλασιαστεί, και συνεχώς αυξάνονται.

Τα νέα για την υγεία των καταναλωτών δεν είναι εξίσου καλά. Τα τελευταία 25 χρόνια, σε περιοχές της Βόρειας Αμερικής και αλλού, τα ποσοστά παχυσαρκίας έχουν τριπλασιαστεί. Περισσότερα παιδιά είναι σήμερα παχύσαρκα από ποτέ. Και επτά στους δέκα Ελληνες είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το μεγαλύτερο από το φυσιολογικό βάρος αυξάνει τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου και χρόνιων ασθενειών: καρδιοπάθειες, υπέρταση, έμφραγμα, κάποιες μορφές καρκίνου, και διαβήτη (αν η κατάσταση συνεχιστεί, ένα στα δύο παιδιά που γεννήθηκαν στην Αμερική το 2000 αναμένεται να εμφανίσουν διαβήτη στη ζωή τους).

Πριν έξι χρόνια, η «δίκη Μακ Ντόναλντς» στην Αγγλία είχε διαφορετική εξέλιξη από τη μήνυση των Αμερικανίδων. Τα δικαστήρια αποφάνθηκαν μεταξύ άλλων ότι η εταιρία βάζει σε κίνδυνο την υγεία των τακτικών πελατών της, εκμεταλλεύεται παιδιά μέ τις διαφημίσεις της, και δίνει αδικαιολόγητα χαμηλές αμοιβές στους εργαζόμενους. Οχι καλή εξέλιξη για μια εταιρία που δέκα χρόνια πριν είχε ξεκινήσει τη δίκη, μηνύοντας για συκοφαντική δυσφήμιση μέλη μιας οργάνωσης οικολόγων επειδή κυκλοφορούσαν φυλλάδιο με τίτλο: «Τι τρέχει με τη Μακ Ντόναλντς; Ολα όσα δεν θέλουν να γνωρίζετε».

-*-

Μάικλ Μουρ: Αμφισβητώντας τον αμφισβητία


[Εψιλον]

Το φθινόπωρο, ο Μάικλ Μουρ άρχισε την περιοδεία για την προώθηση του βιβλίου του «Μεγάλε, πού είναι η χώρα μου;» από τη Βοστόνη. Στην έντονη πολιτική κατάσταση μετά την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ, ο Μουρ δεν ήταν απλά ένας επιτυχημένος συγγραφέας και κινηματογραφιστής. Ηταν ένας εκπρόσωπος του αντιπολεμικού κινήματος, σχεδόν ένας πολιτικός, που ξεσήκωνε τον κόσμο σε αντίσταση. Και πολύς κόσμος ήταν έτοιμος να ξεσηκωθεί. Περισσότεροι από 4.000 είχαν γεμίσει ασφυκτικά το προαύλιο του καθολικού Μπόστον Κόλετζ, όπως ασφυκτικά γέμισαν οι χώροι και στις 58 πόλεις της Αμερικής και της Ευρώπης που περιλαμβάνονταν στην περιοδεία.

Ο Μουρ εμφανίστηκε με περίπου μια ώρα καθυστέρηση, όπως το συνηθίζει. Ανέβηκε στο βήμα (μαύρα ρούχα, καπέλο μπέιζμπολ, και μαύρα γιαλιά) μέσα σ’ένα βουητό από επευφημίες, οι οποίες συνεχίστηκαν σε διάφορα σημεία της ομιλίας, που ήταν κάτι ανάμεσα σε πολιτική σάτιρα και πολιτικό λόγο.

Στο τέλος, ο Μουρ δέχτηκε ερωτήσεις.

«Πόσα χρήματα βγάζεις»;, ρώτησε μια φοιτήτρια.

«Τόνους», είπε ο Μουρ. «Και ξέρεις κάτι; Δεν έχω υλικές επιθυμίες, εκτός από την γκαρνταρόμπα μου. Θα κάνω μεγάλη ζημιά με τα χρήματα αυτά».

Δημοσιογράφοι επισημαίνουν συχνά ότι ο Μουρ κατοικεί σε σπίτι αξίας 1,2 εκατομμυρίων δολλαρίων στο πανάκριβο Ανω Δυτικό Μανχάταν και ότι η κόρη του πηγαίνει σε ιδιωτικό κολλέγιο. Ο ίδιος απαντά ότι όταν κάποιος από την εργατική τάξη πετυχαίνει στη ζωή, δεν είναι κακό να φροντίζει για την οικογένειά του, αρκεί να μην κλείνει την πόρτα σε άλλους.

Το ένα τρίτο των εσόδων του (υπολογίζεται ότι φτάνουν τα 100 εκατομμύρια δολλάρια) λέει ότι τα δίνει σε φιλανθρωπικούς σκοπούς και για την ενίσχυση της προεκλογικής εκστρατείας των Δημοκρατικών, ώστε να εξασφαλίσει την ήττα του Μπους. Τα υπόλοιπα, θα τα επενδύσει στις ταινίες του.

«Κανείς δεν μπορεί πια να έχει ένα τσεκούρι πάνω από το κεφάλι μου, να μου πει ότι δεν θα διανείμει ταινία ή βιβλίο μου», συνέχισε την απάντησή του στη Βοστόνη, «κι αυτό εξαιτίας των 4 εκατομμυρίων ανθρώπων που αγόρασαν τους Ηλίθιους Λευκούς Άνδρες. Τους είμαι υποχρεωμένος και νιώθω την ευθύνη να πάω ακόμα παραπέρα και να κάνω περισσότερα και να δημιουργήσω κοινωνική αλλαγή σ’αυτή τη χώρα. Όταν η Ντίσνεϊ αρνηθεί να διανείμει το Φαρενάιτ 9/11, θα μπορώ να το διανείμω μόνος μου».

(Μισό χρόνο μετά, όταν έγινε γνωστό ότι η Ντίσνει πράγματι αρνήθηκε να διανείμει την ταινία, η εκπρόσωπος της εταιρείας Ζένια Μάτσα έκανε εις μάτην την ίδια πρόταση: «Ο κ. Μουρ είχε και εξακολουθεί να έχει κάθε ευκαιρία είτε να βρει άλλο διανομέα ή να διανείμει την ταινία μόνος του»).

Ένας φοιτητής ρώτησε το Μουρ αν θεωρεί αντιφατικό το γεγονός ότι ανάμεσα στους μεγαλοεπενδυτές της Ντίσνεϊ και της Μίραμαξ, που έκανε την παραγωγή της ταινίας, βρίσκεται ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας της Σαουδικής Αραβίας, τη στιγμή που στο Φαρενάιτ ο Μουρ κατακρίνει τον πρόεδρο Μπους για τις σχέσεις του με το καθεστώς της χώρας.

«Η ομορφιά αυτού που έχω το προνόμιο να μπορώ να κάνω», απάντησε ο Μουρ, «είναι ότι μπορώ να κάνω μια ταινία όπως το Φαρενάιτ 9/11, να κάνω κριτική στη Ντίσνεϊ μέσα στην ταινία, και μετά να δω αν θα τη διανείμουν. Πιστεύω στην ειρωνεία. Υπάρχει ένα μεγάλο λάθος στον καπιταλισμό: ο καπιταλιστής θα σου πουλήσει το σκοινί για να τον κρεμάσεις, αν θα βγάλει κέρδος από αυτό. Οι εταιρείες διανέμουν το έργο μου γιατί βγάζουν κέρδος από μένα –η απληστία τους είναι μεγαλύτερη από τα πιστεύω τους».

Αραιά χειροκροτήματα ακούστηκαν στο πλήθος. «Με ενοχλεί πολύ», συνέχισε ο Μουρ, «αλλά πιστεύω ότι το έργο μου θα κάνει τον Αμερικανικό λαό να ξεσηκωθεί, ώστε να μην έχουμε ένα οικονομικό σύστημα από το οποίο επωφελείται μόνο το 10 τοις εκατό. Και κάνουν ένα τεράστιο λάθος να διανέμουν το έργο μου, διότι είμαι εδώ για να τερματίσω το σύστημα από το οποίο επωφελούνται».

Τα χειροκροτήματα ακούστηκαν δυνατότερα. Αν το κοινό ήταν αντιπροσωπευτικό του εκλογικού σώματος, ο Μουρ θα ήταν σήμερα πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Είναι φυσικό οι Ρεπουμπλικάνοι σε κάθε ευκαιρία να στολίζουν το Μουρ με διάφορα επίθετα, με συχνότερα το «προδότης» και «ψεύτης», αλλά ο Μουρ συναντά αντιδράσεις και στο χώρο της Αριστεράς. «Είναι πράγματι λυπηρό ότι ο Μουρ εξαρτάται από την εικόνα του ως ο ‘Τζο-με-το-καπέλο-του-μπέιζμπολ’ σε μεγάλο βαθμό διότι δεν έχει καμιά άλλη ιδέα πέρα από αυτό», γράφει ήδη από το 1997 ο δημοσιογράφος Ντάνιελ Ράντος στο αριστερών τάσεων ηλεκτρονικό περιοδικό Salon.com. Κατηγορεί το Μουρ για αυτοπροβολή, υποκρισία, έλλειψη χιούμορ, συκοφαντία, δημαγωγία και πατρονάρισμα–τα θανάσιμα αμαρτήματα στο χώρο της αριστεράς των διανοουμένων.

Με τη σειρά του, ο Μουρ κατηγορεί αυτή την αριστερά ότι έχει κλειστεί στο καβούκι της και έχει χάσει την επαφή με τον κόσμο. «Ποιο είναι το πρόβλημά τους;», είπε στη συνέντευξη τύπου για την προώθηση του Φαρενάιτ 9/11 στις Κάννες. «Γιατί θέλουν να είναι πάντα χαμένοι; Προσπαθώ να φέρω μαζί μου την τεράστια πλειοψηφία των Αμερικανών».

«Οι φιλελεύθεροι ηγέτες έχουν μετατραπεί σε οξύμωρο», λέει στην εκδήλωση στη Βοστόνη. «Δεν ηγούνται, ακολουθούν. Πρέπει να θαυμάζει κανείς στους συντηρητικούς ότι έχουν το θάρρος των πεποιθήσεών τους. Ξυπνάνε με το χάραμα προσπαθώντας να αποφασίσουν ποια μειονότητα θα πηδήξουν εκείνη τη μέρα. Η δική μας πλευρά δεν βλέπει το χάραμα, εκτός αν έχουμε ξενυχτήσει. Έχουν ήδη περάσει 10 νομοσχέδια στο Κογκρέσο όσο ψάχνουμε για ένα καπουτσίνο να ξυπνήσουμε ή τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Ξέρετε κανένα ρεπουμπλικάνο να χάνει τα κλειδιά του; Είναι όλα εκεί στο γάτζο δίπλα στην πόρτα, το κλειδί της BMW, του SUV, του Hummer».

Ο κόσμος γελά. Ο Μουρ αλλάζει το κλίμα ακόμη μια φορά, καθώς ετοιμάζεται να κλείσει την ομιλία. «Ας φτιάξουμε ένα στρατό από μας, σ’όλη τη χώρα», λέει, «να βγάλουμε τον κόσμο να πάει να ψηφίσει. Οι περισσότεροι από τον κόσμο μας είναι φτωχοί και έχουν δικαιολογημένα απογοητευτεί, είναι το μεγαλύτερο κόμμα της Αμερικής, οι μη-ψηφοφόροι. Κάποιοι από μας πρέπει να βάλουν υποψηφιότητα, να συμμετάσχουν στις εκλογές. Μην το αφήνετε σε κάποιον άλλο. Πρέπει να διαλέξουμε το σωστό υποψήφιο ανάμεσα στους άχρηστους Δημοκρατικούς, να πάρουμε το Δημοκρατικό κόμμα στον έλεγχό μας και να νικήσουμε τον Μπους».

Πριν το Φαρενάιτ 9/11, ο Μουρ προσπάθησε να νικήσει το Μπους με την έμμεση ανάμειξή του στην προεκλογική εκστρατεία των Δημοκρατικών. Τα πράγματα δεν πήγαν τόσο καλά.

Ο Μουρ υποστήριξε για το χρίσμα του Δημοκρατικού υποψηφίου το στρατηγό Ουέσλι Κλαρκ, μια περίεργη επιλογή δεδομένου ότι ο Κλαρκ προερχόταν από τους Ρεπουμπλικάνους και επίσης είχε την ευθύνη της αμερικανικής επέμβασης στο Κόσοβο. «Και τι έγινε που ψήφισε Ρέιγκαν;» λέει σε μια συνέντευξη ο Μουρ. «Το ίδιο έκαναν οι περισσότεροι Αμερικανοί. Δεν τους θέλουμε μαζί μας;»

Αλλά ο Μουρ εξέθεσε ανεπανόρθωτα τον Κλαρκ, σε σημείο που πολλοί να λένε ότι του στοίχισε την υποψηφιότητα, όταν σε μια προεκλογική εκδήλωση του στρατηγού χαρακτήρισε τον πρόεδρο Μπους «λιποτάκτη». Η σχέση του Μπους με το στρατό κατά το Βιετνάμ ήταν όντως αμφιλεγόμενη, αλλά ο χαρακτηρισμός «λιποτάκτης» ήταν ανακριβής και ο Κλαρκ βρέθηκε στη θέση να προσπαθεί να συμμαζέψει τη γκάφα του υποστηρικτή του.

Με το Φαρενάιτ 9/11, όπου ο Μουρ τα βάζει με τα τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης του Μπους, ο στόχος «κάτω ο Μπους» ίσως έχει καλύτερη τύχη. Πολλοί προβλέπουν ότι ενδέχεται να είναι η μοναδική ταινία στην ιστορία που θα κρίνει το εκλογικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα στην περίπτωση που η μάχη κριθεί στο νήμα. Χάρη στο Χρυσό Φοίνικα που απέσπασε στις Κάννες και το θόρυβο που δημιουργήθηκε, με την ανταλλαγή κατηγοριών ανάμεσα στη Ντίσνεϊ, τη Μίραμαξ και το Μουρ για τη διανομή, το ενδιαφέρον έχει κορυφωθεί.

Οι συντηρητικοί ήδη λαμβάνουν τα μέτρα τους. Μια οργάνωση ρεπουμπλικάνων, η Citizens United, ετοιμάζει τηλεοπτικό σποτ εναντίον του Μουρ. Ένα αντι-ντοκιμαντέρ με τίτλο Ο Μάικ Μουρ Μισεί την Αμερική βρίσκεται στα σκαριά. Τουλάχιστον τρεις ιστοσελίδες είναι ανεβασμένες στο διαδίκτυο με στόχο να αποκαλύψουν το αληθινό πρόσωπο του Μουρ και τα ψεύτικα στοιχεία που ισχυρίζονται ότι υπάρχουν στις ταινίες του.

Στη δική του ιστοσελίδα, ο Μουρ υπερασπίζεται την ακρίβεια των στοιχείων του σημείο προς σημείο και καταγγέλλει τους αντιπάλους του ως φανατικούς ακροδεξιούς που εφευρίσκουν ψέμματα για να μη συζητήσουν επί της ουσίας.

Σοβαρότερη είναι η κριτική που του καταλογίζει λογικά σφάλματα και υπερβολές. «Είναι απρόσεκτος με τα στοιχεία, υστερικός στη συζήτηση, και το κυριότερο, προσπαθεί να κάνει τον εαυτό του σταρ», λέει ο Ρίτσαρντ Σίκελ, κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό Time και θεωρούμενη αυθεντία στα κινηματογραφικά πράγματα της Αμερικής. «Αυτοπροβάλλεται και είναι ο ορισμός του λογοτεχνικού όρου ‘αναξιόπιστος αφηγητής’. Δεν μπορεί να επικεντρωθεί, να κατασκευάσει μια λογική πρόταση με τα επιχειρήματά του. Είναι όλα υστερία –αλλά, νομίζω, υπολογισμένη υστερία».

Για τον Μουρ, οι αντιδράσεις έχουν ένα στόχο: να πλήξουν τον ίδιο, και μέσω αυτού την εργατική τάξη. Είναι ίσως ακόμα μια ειρωνεία του καπιταλισμού. Στις ταινίες, τα βιβλία, τις εκπομπές και τις εμφανίσεις του, ο Μουρ επαναλαμβάνει ότι είναι γέννημα θρέμα της εργατικής τάξης, και στηρίζει τον ισχυρισμό με το παρουσιαστικό του: προχειροντυμένος, ατημέλητος, με καπέλο μπέιζμπολ, παχύς, είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας σε μια λαϊκή συνοικία της Αμερικής.

Η επιτυχία μετά την ταινία Ακήρυχτος Πόλεμος και το βιβλίο Λευκοί Ηλίθιοι Άντρες δεν άλλαξε την εμφάνισή του, ούτε τον ίδιο. Του επέτρεψε όμως, με τα χρήματα που απέφερε, να εκμεταλλευτεί τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, όπως λέει, και να βάλει μπροστά αυτό για το οποίο ήρθε στον κόσμο: τη σωτηρία των καταπιεσμένων όλου του κόσμου. Από τον εαυτό τους. Την άγνοιά τους. Τους δημοσιογράφους. Τα αφεντικά. Τις πολυεθνικές. Και τον πρόεδρο Μπους.

Όμως μαζί με την επιτυχία ήρθε και η αμφισβήτηση. Δημοσιεύματα για τη ζωή και το έργο του αφήνουν να φανεί μια άλλη εικόνα του πίσω από τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές κάμερες. Σε αυτά τα δημοσιεύματα, δεξιοί, αριστεροί, πρώην φίλοι και πρώην συνεργάτες συναντιούνται σε ένα σημείο: την αντιπάθειά τους για το Μάικ Μουρ.

«Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχω απολύσει», λέει ο πρώην μάνατζερ του Μουρ, Ντάγκλας Ουρμπάνσκι, στους Τάιμς του Λονδίνου. «Δεν θα μπορούσε ποτέ να αντέξει στην εξέταση στην οποία ο ίδιος υποβάλλει άλλους. Θα νόμιζες ότι είναι ο πιο συνηθισμένος άνθρωπος. Αλλά έχει πάθος με τα χρήματα».

«Δεν μπορώ να τον δεχτώ ως πολιτικό άνθρωπο», λέει στο Νιου Γιόρκερ μια πρώην εργαζόμενη στην εκπομπή του Μουρ, TV Nation. «Αν τον δεις σαν διασκεδαστή, τότε η συμπεριφορά του ως ένα εγωιστικό παιδάκι, απορροφημένο από τον εαυτό του, πικρόχολο, βαθιά διχασμένο, υπερευαίσθητο, είναι συνηθισμένη συμπεριφορά. Αλλά αν τον δεις σαν πολιτική δύναμη, τότε είναι καραγκιόζης και υποκριτής, δεν μας φέρθηκε σωστά, και ήταν λάθος σε όλες τις επαφές του».

Όσοι ξεκινούσαν να δουλέψουν με το Μουρ είχαν την εντύπωση ότι θα συμμετείχαν όχι απλά σε μια ακόμα δουλειά στα μίντια, αλλά σε έναν ιερό σκοπό: τη σωτηρία της εργατικής τάξης. Ο ενθουσιασμός τους μετατράπηκε σε απογοήτευση, όταν κατάλαβαν ότι η σωτηρία μπορεί να ερχόταν για εργαζομένους άλλων επιχειρήσεων, αλλά όχι για τους ίδιους.

Σε μια περίπτωση, καταγγέλλουν πρώην εργαζόμενοι στο ΤV Nation, ο Μουρ υπαινίχθηκε ότι θα αναγκαζόταν να προχωρήσει σε απολύσεις, αν δύο νέοι συνεργάτες επέμεναν να συνδικαλιστούν. Ο ίδιος λέει ότι δεν θυμάται το περιστατικό και ότι είχε επιμείνει να ενταχθεί η εκπομπή στο σωματείο.

Άλλοι μεταφέρουν ένα βαρύ κλίμα, όπου ο Μουρ αποξένωνε όσους είχαν διαφορετική γνώμη, αρνούταν να μοιραστεί την επιτυχία, και γενικά είχε αντιεπαγγελματική συμπεριφορά.

«Δεν μπορώ να πάω στις ταινίες του και δεν μπορώ να κρατάω στα χέρια μου τα βιβλία του για πολύ», λέει στο Νιου Γιόρκερ η Κρις Κέλι, που δούλεψε με τον Μουρ στο TV Nation και στην ταινία Canadian Bacon. «Όταν άρχισε να γράφει τη στήλη του στο Nation (μια αριστερή εβδομαδιαία εφημερίδα γνώμης), ακύρωσα τη συνδρομή μου. Μου ράγισε την καρδιά. Αυτό κάνει στους ανθρώπους».

Για ορισμένους αυτά τα παράπονα οφείλονται σε υπερευαισθησία. «Όταν έχεις να κάνεις μια εβδομαδιαία εκπομπή, βρίσκεσαι σε μεγάλη πίεση,», λέει στο Νιου Γιόρκερ η Κάρεν Ντάφι, ανταποκρίτρια για το TV Nation και το Awful Truth, την άλλη εκπομπή του Μουρ. «Αλλά δούλεψα μαζί του πέντε χρόνια και δεν τον είδα ποτέ να εκραγεί. Δεν είμαι για τίποτα πιο υπερήφανη σ’όσα έχω κάνει από το ότι εργάστηκα για το Μάικ Μουρ. Μισώ τον τρόπο που η αριστερά τρώει τις σάρκες της».

Η γυναίκα του Μουρ, η Κάθλιν Γκλιν, συμφωνεί: «Στην πορεία, στην άκρη του δρόμου είχε μαζευτεί πολύ κακή κωμωδία, χαμένος χρόνος, και πικρίες. Η γκρίνια των πρώην εργαζομένων είναι κάπως άστοχη. Ζουν σε ένα γκέτο κωμωδίας, το οποίο έχουμε ξεπεράσει».

Πριν από μερικά χρόνια, ο Μουρ απολογήθηκε σε κάποιους από τους πρώην συνεργάτες του. Όπως λέει στον Ομπσέρβερ, από το 1994 οι σχέσεις του με τους εργαζόμενους είναι καλές. «Νομίζω ότι είμαι καλύτερος άνθρωπος, διότι πάντα αγωνίζομαι να γίνω καλύτερος. Όπως όλοι, έχω πολλά ελατώματα, και επειδή έχω μεγαλώσει με Ισουήτες, αναρωτιέμαι συνέχεια: ‘τι τρέχει με μένα και τι μπορώ να κάνω για να γίνω καλύτερος»;

Γεννήθηκε το 1954 στο Φλιντ του Μίσιγκαν. Οι παππούδες του από την πλευρά του πατέρα του και ο ίδιος ο πατέρας του, όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης, εργάζονταν στην παρακείμενη αυτοκινητοβιομηχανία της General Motors. Για τα δεδομένα της πόλης, η οικογένειά του δεν ήταν και τόσο άσχημα: έμενε σε ιδιόκτητο σπίτι σε ένα μεσοαστικό προάστιο του Φλιντ, είχε δύο αυτοκίνητα, και κατάφερε να στείλει και τα τρία παιδιά της στο Κολλέγιο. (Η μία από τις δύο μικρότερες αδερφές του Μουρ είναι δικηγόρος, η άλλη νηπιαγωγός).

Ο Μουρ πήγε σε Καθολικό σχολείο και για ένα διάστημα είχε αποφασίσει να γίνει παπάς. Στο Λύκειο ξεχώρισε για τις μαχητικές εργασίες του που ασκούσαν κριτική σε τοπικούς παράγοντες.

Γράφτηκε στο πανεπιστήμιο, αλλά το εγκατέλειψε στο πρώτο έτος και αναζήτησε δουλειά στη General Motors. Την πρώτη μέρα δήλωσε άρρωστος, και δεν ξαναπάτησε. Για ένα διάστημα, δούλεψε ως DJ, οργάνωσε κινηματογραφικές προβολές, και συμμετείχε ενεργά σε διαδηλώσεις.

Στη συνέχεια ίδρυσε μια εφημερίδα, τη Φωνή του Φλιντ, που απέκτησε φήμη εκτός της πόλης για τις αποκαλύψεις της σε τοπικά σκάνδαλα. Το 1986 το Mother Jones, ένα αριστερό περιοδικό κύρους με έδρα το Σαν Φρανσίσκο, τον κάλεσε να αναλάβει τη διεύθυνση.

Ο Μουρ μετακόμισε στην Καλιφόρνια με την Κάθλιν Γκλιν, την οποία είχε παντρευτεί πριν από μερικά χρόνια, το παιδί της από τον πρώτο της γάμο, και ένα συνεργάτη του από τη Φωνή του Φλιντ, τον Μπεν Χάμπερ.

Σε λιγότερο από μισό χρόνο το περιοδικό του ανακοίνωσε την απόλυσή του. Ο λόγος ήταν «επαγγελματική ανεπάρκεια» (οι εργαζόμενοι έλεγαν ότι ήταν αδύνατο να δουλέψουν με το Μουρ), αλλά ο ίδιος ο Μουρ είπε ότι απολύθηκε διότι διαφώνησε με τη δημοσίευση ενός άρθρου που ήταν επικριτικό για τους Σαντινίστας στη Νικαράγουα – ταμπού για την Αριστερά της εποχής, και κάθε εποχής.

«Δεν φέρθηκε καλά στους ανθρώπους», λέει ο Χάμπερ στο Νιου Γιόρκερ, σχόλιο που του στοίχισε τη δημόσια διαπόμπευσή του από τον Μουρ, ο οποίος το απέδωσε στον αλκοολισμό του πρώην συνεργάτη του.

Χωρίς δουλειά, ο Μουρ έκανε αγωγή αποζημίωσης στο Mother Jones για 2 εκατομμύρια δολλάρια (κέρδισε τελικά 58 χιλιάδες δολλάρια) και δούλεψε για λίγο για τον Ραλφ Νέιντερ, τον υποψήφιο των Πράσινων και ίνδαλμα της Αριστεράς στην Αμερική.

Παράλληλα, ένας εκδοτικός οίκος του έδωσε προκαταβολή 50 χιλιάδων δολλαρίων για να γράψει βιβλίο για το Φλιντ και τη General Motors, και ο Νέιντερ τερμάτισε τη συνεργασία τους, λόγω συχνής απουσίας του Μουρ από το γραφείο. (Ο Μουρ λέει ότι ο Νέιντερ ζήλεψε για το ύψος της προκαταβολής. Φέτος, όταν ο Νέιντερ ανακοίνωσε ότι θα κατέβει στις εκλογές ως τρίτος υποψήφιος, ζήτησε την υποστήριξη του Μουρ, ο οποίος τον είχε υποστηρίξει στις εκλογές του 2000. Αυτή τη φορά αρνήθηκε, λέγοντας στον Ομπσέρβερ ότι ο Νέιντερ «τα τελευταία χρόνια έχει γίνει κάπως πικρόχολος και εκδικητικός»).

Ο Μουρ δεν έγραψε το βιβλίο, αλλά έμαθε ότι η General Motors ετοίμαζε μαζικές απολύσεις, και αποφάσισε να γυρίσει ταινία. Πούλησε το σπίτι του, βρήκε μερικά ακόμη λεφτά, και ολοκλήρωσε το Ρότζερ και Εγώ, στο οποίο καταγράφει την οικονομική καταστροφή του Φλιντ και την μάταιη προσπάθειά του να συναντήσει το Γενικό Διευθυντή της General Motors, Ρότζερ Σμιθ.

Η ταινία κόστισε περίπου μισό εκατομμύριο δολλάρια και πουλήθηκε στην Warner Bros. για 3 εκατομμύρια δολλάρια –ρεκόρ αγοράς ντοκιμαντέρ. Η καριέρα του Μάικ Μουρ είχε αρχίσει.

Μετά το Ρότζερ και Εγώ, έκανε τρεις ταινίες (Pets or Meat, Canadian Bacon, The Big One), δύο τηλεοπτικές εκπομπές (ΤV Nation και Awful Truth), και ένα βιβλίο (Downsize me), όλα γύρω από το θέμα των επιχειρηματικών σκανδάλων στην καπιταλιστική Αμερική. Αλλά η μεγάλη επιτυχία ήρθε το 2002 με το βιβλίο Ηλίθιοι Λευκοί Άνδρες, που έμεινε για 58 εβδομάδες στην λίστα μπεστ σέλερς των Νιου Γιορκ Τάιμς, και την ταινία Ακήρυχτος Πόλεμος, που ξεπέρασε τρεις φορές το ρεκόρ εισιτηρίων για ντοκιμαντέρ και χάρισε στο Μουρ το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ και την ευκαιρία να εξαπολύσει ένα κατηγορώ εναντίον του προέδρου Μπους κατά την παραλαβή.

«Πολλά δεν μου αρέσουν στον εαυτό μου», είπε στη Βοστόνη απαντώντας σε ερώτηση για το πού βρίσκει την ενέργεια για όλες του τις δραστηριότητες. «Αλλά αν πέφτουν στην αγκαλιά σου τόσα λεφτά, τι κάνεις; Θα φτιάξεις τη συλλογή των CD σου, θα πάρεις ένα αξιοπρεπές σπίτι, θα εξασφαλίσεις τα παιδιά σου, και μετά θα κάνεις ό,τι μπορείς για να βοηθήσεις τον κόσμο. Δεν θα κάνατε ό,τι μπορείτε για να βοηθήσετε»;