Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικαστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικαστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/12/11

Κάνοντας Focus στο "Τώρα"

[Εψιλον, 2/10/11]

Η αρχή έγινε τον περασμένο Απρίλιο, στα μέσα του εξαμήνου, όταν η υπεύθυνη φωτογραφικού τμήματος του «ΕΨΙΛΟΝ» επισκέφθηκε τη σχολή φωτογραφίας, βίντεο και νέων τεχνολογιών Focus, καλεσμένη του φωτογράφου Παύλου Φυσάκη, που διδάσκει στη σχολή τα μαθήματα «Καλλιτεχνική φωτογραφία» και «Ρεπορτάζ». Εκεί που η Νικάνδρη Κουκουλιώτη μιλούσε με τους σπουδαστές για τη φύση της συνεργασίας φωτογράφων και περιοδικών, δηλαδή τις αναθέσεις θεμάτων, τις αισθητικές απαιτήσεις των υπευθύνων των περιοδικών, τις σφιχτές και αυστηρές προθεσμίες, της ήρθε η ιδέα: γιατί να μη δουλέψουν τα παιδιά -όσα θέλουν- ένα φωτογραφικό πρότζεκτ σε συνεργασία με το «ΕΨΙΛΟΝ», με σκοπό το πρότζεκτ να δημοσιευτεί στο περιοδικό;

20/10/11

Μοντερνισμός: μια ιστορική αναδρομή


[Εψιλον, 8/5/11]

Οτο Νόιρατ: Isotypes (πηγή: swisslegacy.com)
Ο 20ός αιώνας βρήκε την Ευρώπη στο μέσο τεράστιων αλλαγών. Τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν έρθει τα πάνω κάτω στις επιστήμες, την οικονομία, τις κοινωνικές σχέσεις και την πολιτική: εκβιομηχάνιση, καπιταλισμός, κυριαρχία της αστικής τάξης, δημιουργία προλεταριάτου, σύγχρονες μεγαλουπόλεις, σιδηρόδρομος, τηλέγραφος, κοινή ώρα σε κάθε χρονική ζώνη, κοινωνικές και πολιτικές επαναστάσεις, εθνικιστικά κινήματα, αποικιοκρατία. Η κοσμοαντίληψη που συνόδευσε αυτές τις αλλαγές ονομάστηκε νεωτερικότητα. Τη χαρακτήριζε η πεποίθηση των ανθρώπων ότι ζουν σε μια κοινωνία διαφορετική, καλύτερη από την προηγούμενη.

16/10/11

Σταύρος Καρέλης - Machine-A: Η εναλλακτική μόδα στο Λονδίνο μιλάει ελληνικά

[w/e, Ιούνιος 2010]

Οι βιτρίνες του σοκάρουν συχνά, το ίδιο και πολλά από τα έργα τέχνης νέων καλλιτεχνών που εκτίθενται στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο, κι όσο για τα ρούχα, είναι ό,τι πιο φρέσκο, ανατρεπτικό και δημιουργικό έχει να παρουσιάσει η εναλλακτική σκηνή του Λονδίνου. Το MACHINE-A άνοιξε σ’ένα παλιό, ατμοσφαιρικό ραφείο της οδού Berwick στο Σόχο τον Απρίλιο του 2009 (το πρώτο του όνομα ήταν DIGITARIA) κι από τότε έχει εξελιχτεί σε ναό της μόδας και της εναλλακτικής καλλιτεχνικής έκφρασης, κατακτώντας την αποδοχή του δύσκολου κοινού του Λονδίνου.

Deux Hommes: "Οι Έλληνες ντυνόμαστε λες και είμαστε σε αμερικάνικη λουτρόπολη"

[w/e, Ιούνιος 2010]

Στην αρχή, κάποιοι τους έλεγαν Ντιουξ ή Ντέουξ ή Ντεξ Ομ αλλά από τότε έχουν περάσει δεκατρία χρόνια και οι Deux Hommes έχουν πια κατακτήσει, και με το παραπάνω, αυτό που οι αγγλοσάξωνες θεωρούν το πιο σημαντικό: να λένε σωστά τ’ όνομά σου (Ντεζ Ομ, φυσικά). Με ρούχα made in Italy και με το βλέμμα στραμμένο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες της μόδας, όχι μόνο για έμπνευση αλλά και ως δίοδο διάθεσης των δημιουργιών τους, ο Δημήτρης Αλεξάκης και ο Γρηγόρης Τριανταφύλλου αντιμετωπίζουν σήμερα την κρίση όπως της πρέπει: με ρεαλισμό.

3/7/11

Δημήτρης Γέρος: «Δεν ντρέπομαι να πω ότι εικονογραφώ τα ποιήματα του Καβάφη»

[Εψιλον, 5/12/10]

Εικονογραφείται η ποίηση; Οπτικοποιείται το έργο του Καβάφη; Εδώ και δέκα χρόνια, ο Δημήτρης Γέρος έβγαζε φωτογραφίες που απεικόνιζαν τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της καβαφικής ποίησης, χρησιμοποιώντας προσωπικότητες των παγκόσμιων γραμμάτων και τεχνών (ανάμεσά τους, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο Κάρλος Φουέντες, ο Ζαν Μποντριγιάρ, ο Τζεφ Κουνς, ο Γκορ Βιντάλ) αλλά και καλλίγραμμα μοντέλα. Η δουλειά ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε στο βιβλίο «Shades of Love» (εκδ. Insight, San Francisco): 70 και πλέον ασπρόμαυρες φωτογραφίες και 69 ποιήματα του Καβάφη, μεταφρασμένα ειδικά για την έκδοση από τον Ντέιβιντ Κόνολι, με πρόλογο του αμερικανού δραματουργού Εντουαρντ Αλμπι, με αναλυτική εισαγωγή του ποιητή και τεχνοκριτικού Τζον Γουντ και με επίλογο του ίδιου του εικαστικού. Το βιβλίο κυκλοφορεί και στην Ελλάδα. Τριάντα πέντε από αυτές τις φωτογραφίες, μαζί με ορισμένα βίντεο προσωπικοτήτων που απαγγέλλουν ποιήματα του Καβάφη, θα παρουσιαστούν στην ομώνυμη έκθεση στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

24/6/11

Σλίνκατσου: ΜΑΤ στην Ακρόπολη

[Εψιλον, 18/7/10]

Στα μέσα Ιουνίου μάς ήρθε επιτέλους στην Αθήνα ο Σλίνκατσου (Slinkachu), ο βρετανός καλλιτέχνης δρόμου που τοποθετεί σε δημόσιους χώρους μινιατούρες ανθρώπων και τις φωτογραφίζει, στήνοντας ένα μικροσκοπικό σύμπαν που σχολιάζει τη ζωή των πόλεων και τροφοδοτείται από αυτήν (το «ΕΨΙΛΟΝ» είχε παρουσιάσει το έργο του στο τεύχος 955, στις 2/8/09). Εμεινε μόλις μια ημέρα, στο περιθώριο ενός άλλου ταξιδιού του, αλλά του έφτασε για να στήσει τις μινιατούρες του, όπως κάνει πάντα όταν επισκέπτεται πρώτη φορά μια πόλη.

Αλμπέρτο Ερνάντεθ: Ένα υβριδικό βιβλίο μεταξύ εικόνας και κειμένου

[Εψιλον, 4/7/10]

Τη στιγμή που τα βιβλία φαίνονται προορισμένα να καταλήξουν συλλεκτικό είδος, όπως το βινύλιο και σύντομα το σιντί, ένας νεαρός ισπανός γραφίστας, ο Αλμπέρτο Ερνάντεθ (Alberto Hernández), επιμένει ότι δεν είναι ευκαταφρόνητη η εμπειρία να γυρνάς με τα χέρια σου τις σελίδες ενός βιβλίου. Παιδί πράγμα (μόλις βγήκε από το μεταπτυχιακό γραφιστικής), αντί να σχεδιάζει εφαρμογές για ηλεκτρονικά βιβλία, έφτιαξε και μας προτείνει ένα υβριδικό μυθιστόρημα - κάτι σαν εφαρμογή πολυμέσων σε χαρτί, με περίεργα τυπογραφικά στοιχεία, απρόσμενο στήσιμο των σελίδων και εικόνες που ξεπηδούν εκεί που δεν τις περιμένεις. Για το πρώτο του υβριδικό μυθιστόρημα διάλεξε ένα κλασικό βιβλίο της αμερικανικής λογοτεχνίας, το «Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ» του Στίβενσον. Η εφαρμογή του αυτή δεν κυκλοφορεί ακόμη στο εμπόριο.

Πολ Ουέναμ Κλαρκ: Φωτογραφίζοντας τροχαία εγκλήματα

[Εψιλον, 27/6/10]

Ο 47χρονος Πολ Ουέναμ-Κλαρκ (Paul Wenham-Clarke) ασχολείται από τα 24 του με τη διαφημιστική και την εμπορική φωτογραφία, αλλά πριν έξι χρόνια θέλησε να κάνει κάτι «με μεγαλύτερη αξία, νόημα και αντοχή στο χρόνο» και αποφάσισε να στραφεί στο φωτορεπορτάζ. Η πρώτη μεγάλη δουλειά του ήταν η έκθεση «Οταν οι ζωές συντρίβονται» (www.whenlives collide.co.uk). Υπό την αιγίδα της RoadPeace, της μεγαλύτερης βρετανικής φιλανθρωπικής οργάνωσης υποστήριξης θυμάτων τροχαίων, συνάντησε οικογένειες θυμάτων τροχαίων που δέχτηκαν να δείξουν στο φακό τα συναισθήματά τους για την απώλεια του συγγενή τους και διάνθισε τα πορτρέτα με φωτογραφίες των δρόμων όπου έγιναν τα τροχαία και με αναπαραστάσεις πραγματικών τροχαίων.

____________

Γιατί ασχολήθηκες με τα τροχαία; 

Επειδή το θεωρώ σημαντικό θέμα. Στη Βρετανία περίπου 3.500 άνθρωποι πεθαίνουν σε τροχαίο κάθε χρόνο και περίπου 35.000 τραυματίζονται σοβαρά. Είναι σαν ένας μεγάλος πόλεμος διαρκείας. Δεν είμαι, βέβαια, ακτιβιστής της οδικής ασφάλειας. Είμαι φωτογράφος και ως φωτογράφος προσέγγισα το θέμα. Είχα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου τη σκέψη ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν καλύπτουν το θέμα όπως πρέπει, δεν δείχνουν τα συναισθήματα όσων επηρεάζονται από ένα τροχαίο.

Πόσο χρόνο ασχολήθηκες με το θέμα; 

Περίπου δύο χρόνια. Το πιο δύσκολο ήταν να βρω ανθρώπους να δεχτούν να φωτογραφηθούν. Πρέπει να μίλησα με περισσότερους από εκατό ανθρώπους που είχαν τρομερές ιστορίες να διηγηθούν. Στο τέλος, μόνο οι δεκαπέντε οικογένειες του βιβλίου δέχτηκαν να ξεγυμνώσουν τα συναισθήματά τους μπροστά στο φακό, καθώς μου διηγούνταν τι τους συνέβη και πώς ένιωσαν.

Πώς τους προσέγγισες; 

Ανέπτυξα σιγά σιγά μια τεχνική. Τους πρωτογνώριζα στις ομάδες συναντήσεων της RoadPeace και περνούσα δυο-τρεις ώρες μαζί τους κουβεντιάζοντας. Στη συνέχεια, τους ξανασυναντούσα σε κάποιες εκδηλώσεις όπου ήξερα ότι θα παρευρίσκονταν. Και, μετά, την τρίτη φορά που τους συναντούσα, ήταν πια ευκολότερο να τους φωτογραφίσω.

Πώς έγιναν οι φωτογραφήσεις των συγκρούσεων; 

Οταν τελείωσα τα πορτρέτα κι έκανα μια πρώτη έκθεση, συνειδητοποίησα ότι αυτή μιλούσε περισσότερο για το πένθος και τη θλίψη, όχι όμως αναγκαστικά για τα τροχαία. Επρεπε, λοιπόν, να συμπεριλάβω εικόνες τροχαίων που να δείχνουν τι προκαλούσε όλην αυτή τη θλίψη. Σκέφτηκα να ακολουθήσω ένα σωστικό συνεργείο της πυροσβεστικής, αλλά δεν αισθανόμουν καθόλου άνετα. Τι θα πήγαινα να πω στους συγγενείς; Ξέρετε, φωτογράφισα χτες τον άντρα σας τέσσερα λεπτά πριν πεθάνει και χρειάζομαι την άδειά σας να χρησιμοποιήσω τη φωτογραφία; Ετσι, σκέφτηκα να αναπαραστήσω ιστορίες τροχαίων που μου είχαν διηγηθεί. Δεν θα ήταν απλώς κατασκευασμένες φωτογραφίες, θα ήταν οι αναπαραστάσεις πραγματικών συγκρούσεων. Τις γυρίσαμε σε έναν ιδιωτικό αυτοκινητόδρομο που χρησιμοποιούν για να δοκιμάζουν αυτοκίνητα.

Πρόκειται για ακριβείς αναπαραστάσεις; 

Οχι. Πρόκειται για μια γενική εικόνα του τροχαίου. Δεν ήθελα να αναπαραγάγω ό,τι θα έβλεπε ένας αυτόπτης μάρτυρας ή οι πυροσβέστες που κατέφτασαν επί τόπου. Διαφο- ρετικά, οι φωτογραφίες θα είχαν έναν βαθμό φρίκης που δεν θα αντεχόταν για πολύ και το κοινό θα ήταν πολύ περιορισμένο. Αποφάσισα να χρησιμοποιήσω μια κινηματογραφική προσέγγιση. Είναι σαν πλάνα από ταινία, έτσι φωτισμένα και συντεθειμένα, που μπορείς να τις κοιτάξεις αρκετό χρόνο και να σκεφτείς τι κοιτάζεις. Στην αρχή ο κόσμος νομίζει ότι είναι αληθινές και σταδιακά συνειδητοποιεί πως όχι. Υπάρχει, ξέρετε, στη φωτογραφία ένας άγραφος νόμος, ότι οι εικόνες του φωτορεπορτάζ δεν μπαίνουν δίπλα σε στημένες φωτογραφίες. Ηξερα ότι θα γίνει θέμα συζήτησης και σκέφτηκα, τόσο το καλύτερο, θα τις δει περισσότερος κόσμος.

Γιατί συμπεριέλαβες και φωτογραφίες έρημων δρόμων; 

Πρόκειται για τους πραγματικούς τόπους όπου συνέβησαν τροχαία. Ηθελα να δείξω πόσο συνηθισμένοι είναι οι δρόμοι αυτοί στους οποίους συνέβησαν φριχτά πράγματα. Σε ορισμένα από τα μέρη των τροχαίων φωτογραφίζονται εκεί οι συγγενείς των θυμάτων.

Είδαν πολλοί την έκθεση; 

Η έκθεση γύρισε όλη τη χώρα σε ενάμιση χρόνο. Στο Λονδίνο μόνο την επισκέφθηκαν 8.000 άνθρωποι. Και έπαιξε σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, που έθεσαν το ερώτημα: "Μπορείς να κάνεις τέχνη από ένα τροχαίο;" Ηταν όλη αυτή η συζήτηση για το φωτορεπορτάζ και τις στημένες φωτογραφίες. Τους εξήγησα το λόγο. Σ' έναν τηλεοπτικό σταθμό που έκανε ένα άτυπο γκάλοπ μεταξύ των τηλεθεατών, το 94% των τηλεθεατών που τηλεφώνησαν συμφώνησαν με την ιδέα μου.

Είναι «ατύχημα» ένα τροχαίο; 

Στη Βρετανία προτιμάμε να μιλάμε για "συμβάν" (incident) , όχι για ατύχημα (accident). Οταν μιλάς για ατύχημα, είναι σαν να λες ότι δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, ότι κανείς δεν έχει την ευθύνη. Να το δεχτώ στην περίπτωση που οδηγείς και σου σκάσει λάστιχο. Γνωρίζω, όμως, πολλές άλλες περιπτώσεις στις οποίες κάποιοι έχουν την ευθύνη: αν οδηγείς με 160 χλμ. την ώρα και σκοτώσεις κάποιον, αυτό δεν είναι ατύχημα. 

____________

Τροχαία εγκλήματα

Ενα από τα πρώτα μαθήματα που διδάσκονται οι νέοι δημοσιογράφοι είναι η διάκριση μεταξύ «ατυχήματος» και «δυστυχήματος» στις περιγραφές των τροχαίων. «Ατύχημα» είναι το τροχαίο που δεν έχει νεκρούς, «δυστύχημα» αυτό που έχει. Στην πραγματικότητα, κανένας από τους δύο όρους δεν είναι ορθός ούτε και αθώος. Και οι δύο αναδεικνύουν σε κύριο παράγοντα των τροχαίων την τύχη, υπονοώντας ότι μια σύγκρουση οφείλεται μάλλον στην κακιά στιγμή παρά στη συμπεριφορά ανθρώπων που παραβιάζουν έναν κώδικα συνύπαρξης, τον ΚΟΚ. Αν δεν είναι «δυστύχημα» ο θάνατος ανθρώπων από κάποιον που πυροβολεί στα τυφλά, γιατί είναι «δυστύχημα» ο θάνατος ανθρώπων από κάποιον που παραβιάζει τυφλά όρια ταχύτητας και φωτεινούς σηματοδότες;

Αυτό είναι ένα από τα ερωτήματα που απασχολούν τα τελευταία χρόνια την οικογένεια του Γιώργου Κουβίδη. Στις 26 Απριλίου 2007 ο 30χρονος γιος του Κώστας, ντράμερ, λάτρης της τζαζ, συνοδηγός σ' ένα τζιπ που κινούνταν στο κέντρο της Αθήνας, σκοτώθηκε όταν νεαρός οδηγός ενός αυτοκινήτου παραβίασε κόκκινο σηματοδότη.

Οπως συμβαίνει κατά κανόνα στο δικαστικό σκέλος των τροχαίων στην Ελλάδα, η Δικαιοσύνη καταδίκασε το δράστη σε φόνο εξ αμελείας (εξαίρεση είναι τα πολύνεκρα τροχαία που απασχολούν τη δημοσιότητα, στα οποία ο δράστης καταδικάζεται για φόνο «με ενδεχόμενο δόλο») και του επέβαλε φυλάκιση 18 μηνών με τριετή αναστολή. Ο δράστης είχε στα χέρια του το δίπλωμα οδήγησης την επομένη του θανατηφόρου τροχαίου.

Ψάχνοντας να βρει μιαν άκρη στο δικαστικό σκέλος της υπόθεσης και, στη συνέχεια, να δώσει διέξοδο στη θλίψη και το θυμό του αναλαμβάνοντας δράση για τη μείωση των τροχαίων, ο Γ. Κουβίδης διαπίστωσε ότι η Ελλάδα είναι ουραγός στην προσπάθεια αυτή, αν και είναι από τους πρωταγωνιστές σε αντίστοιχους θανάτους, με περισ- σότερους από 1.500 νεκρούς και πολλαπλάσιους σοβαρά τραυματίες το χρόνο.

Σύμφωνα με την Εκθεση του Δείκτη Προόδου για την Οδική Ασφάλεια (Ιούνιος 2009), που καταγράφει το βαθμό προόδου 30 χωρών ως προς την επίτευξη του στόχου της Ε.Ε. να μειωθούν στο μισό οι θάνατοι από τροχαία τη 10ετία 2001-2010, η Ελλάδα το 2008 ήταν η 4η χώρα στην Ευρώπη σε θανάτους από τροχαία αναλογικά με τον πληθυσμό της, πίσω μόνο από τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Τα τροχαία στην Ελλάδα μειώθηκαν μόνο 15% από το 2001, ποσοστό που απέχει πολύ τόσο από τον ευρωπαϊκό στόχο τού 50% όσο και από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο, που το 2008 βρισκόταν στο 28% (η Ελλάδα ήταν στην 23η θέση σε ποσοστό μείωσης θανάτων).

Ο Γ. Κουβίδης έκανε κι άλλες διαπιστώσεις για τη σημασία που δίνουν στα τροχαία το κράτος και η κοινωνία. Για το κράτος, η γνωστή αδιαφορία και αναποτελεσματικότητα. Στην Α' Παγκόσμια Διυπουργική Συνάντηση για την Οδική Ασφάλεια, που έγινε στη Μόσχα τον Νοέμβριο με την υποστήριξη του ΟΗΕ και του ΠΟΥ και την παρουσία υπουργών από 150 χώρες, η Ελλάδα δεν αντιπροσωπεύτηκε σε υπουργικό επίπεδο ούτε καταγράφηκε παρέμβασή της στις συζητήσεις. Εδώ και έξι μήνες η υπουργός Υγείας Μ. Ξενογιαννακοπούλου δεν έχει δώσει ούτε μία τυπική απάντηση σε κείμενο που της έστειλαν 420 γιατροί, που ζητούσαν δραστικότερη παρέμβαση του υπουργείου στο θέμα των τροχαίων και συνάντηση μαζί της. Και από τη διυπουργική Επιτροπή Οδικής Ασφάλειας που συστάθηκε τον Ιανουάριο απουσιάζουν τα υπουργεία Δικαιοσύνης, Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, ενώ την αρμοδιότητα για τη σύγκληση της επιτροπής έχει το υπουργείο Μεταφορών, στο οποίο έχουν τοποθετηθεί σε νευραλγικές θέσεις άτομα που συνδέονται με κατασκευαστικές εταιρείες.

«Εμείς δεν πιστεύουμε ότι το θέμα των τροχαίων είναι θέμα σχεδιασμού των δρόμων, θέμα του υπ. Μεταφορών» μας λέει ο Γ. Κουβίδης. «Είναι πολύ περισσότερο θέμα δημόσιας υγείας και πολιτισμού. Οχι με την έννοια των πολιτιστικών εκδηλώσεων, αλλά με την έννοια της επαναϊεράρχησης των αναγκών μας. Αν δεν υπάρξει μια τελείως διαφορετική λογική σε σχέση με την κυκλοφορία, με προτεραιότητα στον πεζό, στον ποδηλάτη, στα δημόσια μέσα μεταφοράς, οι θάνατοι των τροχαίων θα εξακολουθούν να θεωρούνται παράπλευρη απώλεια της ανάπτυξης.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το κράτος. Στη συνείδηση των Ελλήνων, τα τροχαία θεωρούνται μεμονωμένες περιπτώσεις, που οφείλονται στην κακιά στιγμή ή στην ασυνειδησία του συγκεκριμένου δράστη, και όχι κοινωνικό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί συλλογικά, με άσκηση κατάλληλης κοινωνικής πίεσης στο κράτος. Ενώ σε πολλές χώρες του εξωτερικού οι οικογένειες των θυμάτων συνασπίζονται και ζητούν ψυχολογική και οικονομική υποστήριξη, καλύτερη δικαστική αντιμετώπιση και μέτρα πρόληψης των τροχαίων, εδώ λίγες είναι οι σχετικές οργανώσεις - κυρίως στην επαρχία.

«Στην Ελλάδα το τροχαίο θεωρείται πρόβλημα των οικογενειών των θυμάτων» επισημαίνει ο Γ. Κουβίδης. «Οι οικογένειες κλείνονται στα σπίτια τους, δεν μιλάνε γι' αυτό γιατί το βιώνουν ενοχικά, θεωρούν ότι φταίνε που πήραν, για παράδειγμα, στο παιδί τους μια μηχανή. Το αποτέλεσμα είναι να απομονώνονται, να κουράζονται και, στην ουσία, να ενταφιάζονται μαζί με τα θύματα.

Ενα βήμα εξόδου από τον φαύλο κύκλο της ενοχής και της σιωπής είναι η έκθεση του Πολ Ουέναμ-Κλαρκ «Οταν οι ζωές συντρίβονται. Την έκθεση φέρνει στην Ελλάδα η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «You are what u do - Κώστας Κουβίδης» (www.kostas kouvidis.com), που ίδρυσαν η οικογένεια και οι φίλοι του Κ. Κουβίδη στη μνήμη του, με στόχο τη δημιουργία μιας μαζικής οργάνωσης θυμάτων τροχαίων και στη χώρα μας. Η έκθεση εντάσσεται στην προσπάθεια να δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα ισχυρό κοινωνικό κίνημα πίεσης και δράσης για την ουσιαστική πρόληψη των τροχαίων, που δεν μπορεί να θεωρούνται ζήτημα τύχης.

-*-

23/6/11

Μάρτιν Λίμπσερ: Οι φωτογραφίες μου δεν είναι σκλάβοι της πραγματικότητας

[Εψιλον, 31/1/10]

Αυτοδίδακτος φωτογράφος, με σπουδές στο σχέδιο και τις καλές τέχνες, ο Μάρτιν Λίμπσερ (Martin Liebscher) ξεκίνησε με μια σειρά φωτογραφιών του εαυτού του σε εκατοντάδες πόζες το 1993. Πριν από δώδεκα χρόνια μπήκε στο βιβλίο Γκίνες ως ο δημιουργός της μεγαλύτερης σε μήκος φωτογραφίας με έναν μόνο απεικονιζόμενο (37 μ. x 30 εκ., όπου απεικονιζόταν 206 φορές). Σήμερα, στα 45 του, ολοκληρώνει δυο-τρεις τέτοιες φωτογραφίες το χρόνο, δουλεύοντας ασταμάτητα, και διδάσκει φωτογραφία στο πανεπιστήμιο. Στο ΕΨΙΛΟΝ μίλησε για την πολλαπλότητα των σημείων θέασης και την ειρωνεία στη σύγχρονη τέχνη.

Μαρκ Λάιτα: Τα 105 πρόσωπα της Αμερικής

[Εψιλον, 29/11/09]

 Πριν από δέκα χρόνια, ο Μαρκ Λάιτα (Mark Laita), ένας από τους πιο επιτυχημένους φωτογράφους διαφημίσεων, αποφάσισε να επιστρέψει στην παλιά του αγάπη, τα πορτρέτα. Παρέα με έναν βοηθό, ένα γκρίζο υφασμά- τινο φόντο και τις μηχανές του, γύρισε τις πολιτείες της Αμερικής (εκτός από τις δύο νεότερες: τη Χαβάη και την Αλάσκα), αναζητώντας χαρακτηριστικούς τύπους ανθρώπων σχεδόν από κάθε επάγγελμα, ηλικία και τάξη. Το αποτέλεσμα ήταν το «Created Equal» - 105 φωτογραφικά δίπτυχα τα οποία αποτελούν το «οικογενειακό» άλμπουμ της σύγχρονης Αμερικής.

Σαπέρ: Οι δανδήδες του Κονγκό

[Εψιλον, 25/10/09]

Οταν αρχίζουν οι τροπικές βροχές στην περιοχή του ποταμού Κονγκό, στην κεντροδυτική Αφρική, οι χωματόδρομοι της Μπραζαβίλ, πρωτεύουσας της Δημοκρατίας του Κονγκό, γεμίζουν λάσπες. Το περπάτημα σ' αυτούς βάζει σε δοκιμασία τους Sapeurs, τα μέλη του κινήματος SAPE (Societe des Ambianceurs et des Personnes Elegantes: κοινωνία των κομψών ανθρώπων και των ανθρώπων που φτιάχνουν ατμόσφαιρα), μία από τις βασικές αρχές του οποίου είναι η αυστηρή καθαριότητα σώματος και ρούχων. Αλλά η λάσπη είναι το λιγότερο. Σε μία από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, με μέσο μηνιαίο εισόδημα που δεν ξεπερνά τα 150 ευρώ, ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων ενός πολύχρονου εμφυλίου που αποδεκάτισε πολλούς και διέλυσε τις υποδομές της χώρας, οι Sapeurs, στην πλειονότητά τους νέοι από τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, πρέπει να θυσιάσουν πολλά για να ικανοποιήσουν το πάθος για τα πανάκριβα ευρωπαϊκά ρούχα.

Γεράσιμος Δομένικος - Σπύρος Στάβερης: Αναζητώντας τη χαμένη κοσμικότητα

[Εψιλον, 11/10/09]

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δυο φωτογράφοι, ο Γεράσιμος Δομένικος και ο Σπύρος Στάβερης, βάλθηκαν ν’ανατρέψουν τους κώδικες της φωτογραφίας της κοσμικής ζωής, όπως τους γνωρίζαμε στην Ελλάδα. Το εγχείρημά τους ήρθε τη σωστή στιγμή, όταν η κοσμική ζωή της Αθήνας ζούσε στο ρυθμό της εξωφρενικής –σύντομης όμως- ανόδου του χρηματιστηρίου. Εκείνη την περίοδο, ένας κοσμικός μπορούσε να μεταμορφώσει για ένα βράδυ το Εκάλη Κλαμπ σε Βενετία κι ένας άλλος να φιλοξενήσει σε πολυτελές ξενοδοχείο της Κωνσταντινούπολης 30 και περισσότερα άτομα για τα εγκαίνια ενός καταστήματός του. Η υψηλή κοινωνία και όσοι προσπαθούσαν να διαβούν τις πύλες της με πολιορκητικό κριό τα κέρδη από τις μετοχές τους το γιόρταζαν με μια υπερβολή που στη σημερινή οικονομική κρίση θα φαινόταν αδιανόητη.

Υπάρχουν δύο τρόποι να περιγράψει κανείς την «πολλή συνάφεια του κόσμου» των κατά τεκμήριον ή κατά φαντασίαν πλούσιων και διάσημων. Ο ένας είναι να μιλήσει για τη λαμπερή, γιορτινή πλευρά των συναναστροφών: τα αστραφτερά χαμόγελα και τη χλιδή. Αυτός είναι ο τρόπος των ψευδορομαντικών μυθιστορημάτων και των κοσμικών σελίδων των περιοδικών. Ο άλλος είναι να ερευνήσει το υποκριτικό τού πράγματος, την κούραση του ανελέητου κυνηγητού της κοινωνικής καταξίωσης, τη θυσία της πραγματικής χαράς στο βωμό της σκοπιμότητας. Αυτός είναι ο τρόπος του Ουίλιαμ Θάκερι, που σατίρισε καυστικά την υψηλή κοινωνία της Αγγλίας του 19ου αιώνα, και του Μαρσέλ Προυστ, που μας έδωσε μια εικόνα σπάνιας διεισδυτικότητας των κοινωνικών συγκεντρώσεων της ανερχόμενης αστικής τάξης και της παραπαίουσας αριστοκρατίας της Γαλλίας του τέλους του 19ου αιώνα.

Ο Γεράσιμος Δομένικος και ο Σπύρος Στάβερης υιοθέτησαν τον δεύτερο τρόπο. Οι φωτογραφίες τους έδειχναν την αθέατη πλευρά των κοσμικών εκδηλώσεων. Οχι πια τις συνήθεις στημένες πόζες και τα επιτηδευμένα χαμόγελα, αλλά αυτό που μέχρι τότε έμενε έξω από το κάδρο: το βρόμικο χαλί, τον λεηλατημένο μπουφέ, τα κουρασμένα βλέμματα, τις ρυτίδες που δεν κατάφερνε να καλύψει το μακιγιάζ.

Μία φωτογραφία απ' αυτές που τράβηξαν συνοψίζει καίρια εκείνη την εποχή: δείχνει τα απομεινάρια μιας μισοφαγωμένης, διαλυμένης τούρτας, στην επιφάνεια της οποίας σχηματιζόταν προ ολίγου η λέξη «ελπίδα. Γνωρίζοντας τι ακολούθησε, έχοντας δει να διαψεύδεται δραματικά η ελπίδα, είναι εύκολο να δούμε σήμερα με ειρωνεία -ίσως μαζί και με κάποια νοσταλγία- εκείνα τα χρόνια, όταν πολλοί πίστεψαν ότι το όνειρο μιας τρυφηλής ζωής ήταν χειροπιαστό, αρκεί να είχες τον σωστό χρηματιστή και τις κατάλληλες διασυνδέσεις.

Το επέτρεπε η αφέλεια της εποχής - τότε που οι ιδεολογίες φαινόταν ότι έχουν χρεοκοπήσει, το ίντερνετ υποσχόταν γη και ουρανό σε κάθε εικοσάχρονο με επιχειρηματικές φιλοδοξίες και ο καθ' ημάς εκσυγχρονισμός δεν είχε δείξει ακόμη τα όριά του. Πολλοί επιχείρησαν να ζήσουν το όνειρο με μια προσήλωση σχεδόν καταναγκαστική. Το στέγασαν σε πολυτελή σπίτια, σε αυτοκίνητα και σε σκάφη και το περιέφεραν τις νύχτες σε κλαμπ, σε μπουζουξίδικα, σε ντεφιλέ και σε πάρτι.

Στους παλιούς κοσμικούς της μεγαλοαστικής και της αστικής τάξης, που είχαν κατοχυρώσει το δικαίωμά τους για μια πρόσκληση στα πάρτι του Καίσαρη, προστέθηκαν οι νεόπλουτοι δορυφόροι που διεκδικούσαν να γίνουν μέρος της γιορτής. Για μένα ήταν ένας κόσμος τελείως άγνωστος» λέει ο Σπύρος Στάβερης. Τότε το χρήμα έρρεε και υπήρχε τρομερή ευφορία. Ολα φαίνονταν δυνατά και οι κοσμικοί κύκλοι γνώριζαν μία ανανέωση.

Οι δύο φωτογράφοι, που δεν ήταν μέρος αυτού του κόσμου, ούτε θέλησαν να γίνουν, προσέγγισαν το θέμα τους με τον τρόπο που γνώριζαν: ως φωτορεπόρτερ, με τη ματιά μιας μύγας στον τοίχο που, απαρατήρητη, παρακολουθεί τα πάντα. Πατούσαν το κουμπί της μηχανής τη στιγμή που κανείς δεν το περίμενε: όταν τα επίδοξα μοντέλα τους στριμώχνονταν ανυποψίαστα μπροστά στον μπουφέ ή όταν η κούραση είχε ζωγραφιστεί στα πρόσωπά τους. Η διαφορά με τους φωτογράφους των κοσμικών σελίδων» λέει ο Γεράσιμος Δομένικος «είναι ότι αυτοί γίνονται μέρος του κόσμου που φωτογραφίζουν. Συστήνονται, σημειώνουν ονόματα, τα γράφουν στις λεζάντες, στήνουν τις φωτογραφίες.

«Στην αρχή ήμουν αρκετά προκατειλημμένος και είχα μια έντονη τάση προς τη διακωμώδηση» λέει ο Σπύρος Στάβερης. Σιγά σιγά κατάλαβα ότι αυτό είχε μια ευκολία, την οποία αποκήρυξα, και προσπάθησα να αντιμετωπίσω τα πράγματα πιο υπαρξιακά. Αλλωστε, μπορεί να είσαι προκατειλημμένος απέναντι σ' έναν κόσμο και σ' αυτό που πρεσβεύει, αλλά ταυτόχρονα να νιώθεις κάποια συμπάθεια για τα άτομα που τον αποτελούν. Δεν μπορούσα να μη συμπαθήσω κάποια γυναίκα, την οποία έβλεπα σχεδόν σε κάθε πάρτι, όταν μου ανοίχτηκε κάποια στιγμή και αναρωτήθηκε για το σύζυγό της, "Πού πήγε τόση αγάπη;". Βέβαια, επειδή πρόκειται για έναν κύκλο ανθρώπων που δεν αλλάζει πολύ, έπειτα από λίγο σε μαθαίνουν και δεν μπορείς να δουλέψεις όπως στην αρχή - τελείως άγνωστος και ελεύθερος. Εκείνη τη στιγμή φτάνεις σε αδιέξοδο.

Τεχνικά, η διαφοροποίηση αυτών των φωτογραφιών από τις συνήθεις κοσμικές απεικονίσεις επιτεύχθηκε με την επιλογή φιλμ μεσαίου φορμά, 6x6 εκατοστά, αντί για το μικρότερο φιλμ των 24x36 χιλιοστών που χρησιμοποιούνταν συνήθως. Σε σχέση με το κάθετο και το οριζόντιο φορμά, το μεσαίο φορμά επιτρέπει στο θέμα της φωτογραφίας να τοποθετείται στο κέντρο της. Επί πλέον, το μέγεθος του φιλμ δίνει τη δυνατότητα να τυπωθούν οι φωτογραφίες σε μεγάλο μέγεθος και -το σημαντικότερο- να αποτυπώσουν με μεγάλη καθαρότητα και την παραμικρή λεπτομέρεια.

«Ο συνδυασμός του φλας με τους φακούς της μηχανής και με το φιλμ που χρησιμοποιούσαμε έβγαζε μιαν απίστευτη οξύτητα στην εικόνα» λέει ο Γεράσιμος Δομένικος. Ολα "έγραφαν" τέλεια, και η παραμικρή ρυτίδα. Μερικές φορές, μάλιστα, τραβούσαμε και σλάιντς, που δημιουργούσαν ακόμη πιο σκληρή εικόνα, με πιο κορεσμένα χρώματα. Ηταν μια δήλωση προς το θεατή ότι αυτό που βλέπει δεν είναι η κλασική κοσμική φωτογραφία.

Πολλές από τις φωτογραφίες επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Σε μία εικόνα η αντανάκλαση του φλας αντικατοπτρίζεται πάνω σ' έναν πίνακα του Νίκου Λύτρα, σβήνοντας το περιεχόμενό του. Σε κάποια άλλη, από την πίσω πόρτα μιας BMW με λασπωμένα λάστιχα βγαίνει μια γνωστή γκραντ νταμ της κοσμικής ζωής, η οποία προσπαθεί να ισορροπήσει με δυσκολία το τεράστιο καπέλο που κρύβει το πρόσωπό της.

Οι φωτογραφίες δημοσιεύονταν κάθε εβδομάδα στη στήλη Society του περιοδικού «Symbol», διευθυντής του οποίου είναι ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, που συνέλαβε και την ιδέα. Η υπερβολή των κοσμικών εκδηλώσεων βρήκε το αντίστοιχό της στο στήσιμο της στήλης: οι φωτογραφίες έμπαιναν ολοσέλιδες και απλώνονταν σε πολλές από τις μπροστινές σελίδες.

Το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες. Οι φωτογραφίες συζητήθηκαν πολύ και γνώρισαν επίδοξους μιμητές. Σήμερα, σχεδόν δέκα χρόνια μετά, 26 από αυτές εκτίθενται με τον τίτλο «society» στην γκαλερί «Lightroom» (στο «Soul»), μια νέα γκαλερί αφιερωμένη αποκλειστικά στη φωτογραφία.

«Οι εικόνες δεν εκθέτουν ανθρώπους», γράφει στο κείμενο που συνοδεύει την έκθεση ο Δημήτρης Πολιτάκης, «αλλά στοιχεία προσωπικότητας αναγνωρίσιμα σε όλους μας, και συγκεντρωμένες μοιάζουν με ένα ιδιαίτερο "οικογενειακό άλμπουμ" της δυσλειτουργικής οικογένειας των "κοσμικών"... Ο φακός των δύο φωτογράφων ήταν εκεί: ως "outsider", όχι ως αυτόπτης μάρτυρας· διαπεραστικός αλλά όχι αδιάκριτος, εκλεκτικός αλλά όχι σνομπ, συγκρατημένος αλλά όχι απόμακρος.

Για την έκθεση «society», που συμμετέχει στη διοργάνωση «Athens Photo Festival '09», η επιμελήτρια Ρενάτα Κωνσταντίνου διάλεξε εικόνες που υπερβαίνουν την ενημερωτική αποστολή του φωτορεπορτάζ και μπορούν να σταθούν ανεξάρτητα, ως πολύ καλές φωτογραφίες.

«Οι αναγνώσεις είναι πάντα πολύ προσωπικές» λέει. Μία από τις φωτογραφίες δείχνει ένα γνωστό μοντέλο. Είναι πολύ έντονα βαμμένη, λευκή σαν πεθαμένη, κι έχει έ- να βλέμμα κακό, σαν να θέλει να επιβληθεί στο φωτογράφο. Την ίδια στιγμή έχει και μια τρομερή μελαγχολία. Αυτήν τη φωτογραφία πρέπει να τη δεις και να την ξαναδείς για να καταλάβεις τα διαφορετικά της επίπεδα. Μια άλλη φωτογραφία δείχνει μία κυρία με ένα πανέμορφο κίτρινο φουστάνι και κάτι νύχια ροζ τεράστια. Κρατάει ένα ποτήρι σαμπάνιας και θα μπορούσες να γελάσεις, γιατί είναι υπερβολικά φτιασιδωμένη. Την καταλαβαίνεις, όμως, γιατί έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για να βρεθεί εκεί.

____________

Στο παλιό «Soul»

* Η Ρενάτα Κωνσταντίνου θέλησε να δημιουργήσει στην γκαλερί «Lightroom» (στο «Soul») έναν χώρο αφιερωμένο αποκλειστικά στη φωτογραφία, που θα λειτουργεί όλο το χρόνο. Φέτος θα εκθέσει κυρίως δουλειές φωτογράφων που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά. Υπάρχουν δουλειές που αξίζει να τις δούμε μ' έναν άλλο τρόπο» λέει. Μέχρι στιγμής τις βλέπαμε μέσα από τα περιοδικά· δεν είχαμε ευκαιρία να τις δούμε στον τοίχο. Από το περιοδικό στον τοίχο αλλάζουν τα μεγέθη, αλλάζουν και οι ποιότητες των εικόνων. Κάτι άλλο βλέπουμε τελικά.

* «Είναι πολύ σημαντικό για μας τους φωτογράφους των περιοδικών» λέει ο Γεράσιμος Δομένικος. Εχουμε φτάσει πια σε αδιέξοδο. Η δουλειά μας είναι αμιγώς φωτογραφική. Πρέπει να τη δεις μέσα από το πρίσμα της φωτογραφίας, όχι της σύγχρονης τέχνης. Οι περισσότερες γκαλερί βλέπουν τη φωτογραφία μ' έναν conceptual τρόπο, ως μέσο για να υπηρετήσουν κάτι άλλο.

* Το «Lightroom» απευθύνεται σε μια νέα αγορά τέχνης ή, μάλλον, φιλοδοξεί να τη δημιουργήσει. Οπως γίνεται στο εξωτερικό, παράλληλα με τις φωτογραφίες διαστάσεων 50x50, που κυκλοφορούν σε ελάχιστα αριθμημένα αντίτυπα και απευθύνονται κυρίως σε συλλέκτες, θα διατίθενται φωτογραφίες διαστάσεων 20x20, όλες τυπωμένες με τα ποιοτικότερα στάνταρ της αγοράς (η ποιότητα της εκτύπωσης και ο αριθμός των αντιτύπων καθορίζουν την αξία μιας φωτογραφίας στην αγορά τέχνης), που θα κυκλοφορούν σε περισσότερα αριθμημένα αντίτυπα και η τιμή τους δεν θα ξεπερνά τα 50 ευρώ.

* «Η ιδέα είναι να μπορεί κάποιος που αγαπά τη φωτογραφία να μπορεί να την έχει στο χώρο του ή να την κάνει δώρο σ' έναν φίλο, αντί του πάρει ένα βάζο» λέει η Ρενάτα Κωνσταντίνου. Μπορεί μια φωτογραφία να τη δεις και στο κομπιούτερ σου, αλλά είναι τελείως διαφορετικό το μέσο. Η διαφορά είναι σαν αυτή μεταξύ του θεάτρου και του κινηματογράφου.

-*-

Σλίνκατσου: Ανθρωπάκια στους δρόμους

[Εψιλον, 2/8/09]

Ο Σλίνκατσου (Slinkachu) γεννήθηκε το 1979, αλλά παρέμεινε «ανενεργός» μέχρι το 2006. Ετσι γράφει στο βιογραφικό που ανάρτησε στην ιστοσελίδα του (www. slinkachu.co.uk), μαζί με την πληροφορία ότι έχει ύψος 1,80 και ότι «είναι όμορφος. Το 2006 άρχισε να τοποθετεί μικροσκοπικές ανθρώπινες φιγούρες στους δρόμους του Λονδίνου και να τις φωτογραφίζει. Ονόμασε τη δραστηριότητά του «The little people project», καρπός του οποίου είναι διάφορες εγκαταστάσεις και εκθέσεις και το βιβλίο «Little people in the city» (εκδ. Boxtree, 2008). Με τον καιρό οι εικόνες απέκτησαν περισσότερο νόημα και συναίσθημα και άρχισαν να διηγούνται ιστορίες από τη ζωή στην πόλη, η οποία -σ' αυτό το απρόσμενο και κατά καιρούς αστείο παιχνίδι αλλαγής της οπτικής γωνίας από το μικροσκοπικό στο τεράστιο- προβάλλει μάλλον απειλητική και απόκοσμη. Οπως και να 'χει, στο πρότζεκτ αυτό οφείλει την «ενεργοποίησή» του. Ως καλλιτέχνη ή ως ανθρώπου; Δεν το διευκρινίζει και φαίνεται ότι ταυτίζει τις δύο έννοιες - τουλάχιστον, σε ό,τι αφορά την περίπτωσή του.

Τζόναθαν Γίο: Πορνό σε μουσαμά

[Εψιλον, 25/1/09]


Πριν από δύο χρόνια ο βρετανός ζωγράφος Τζόναθαν Γίο (Jonathan Yeo), γνωστός για πορτρέτα διασημοτήτων, όπως του μεγιστάνα των ΜΜΕ Ρούπερτ Μέρντοχ, του ηθοποιού Ντένις Χόπερ, του πρίγκιπα Φίλιππου, έκανε αίσθηση σ' όλο τον κόσμο με ένα διαφορετικό πορτρέτο του Τζορτζ Μπους. Συνέθεσε το πρόσωπο του απελθόντος αμερικανού προέδρου με αποκόμματα από φωτογραφίες πορνό. Η ιδέα άρεσε, και τη συνέχισε...

6/6/11

Φίλιπ Τσιάρας - Μπέντρι Μπάικαμ: Ζωγραφίζοντας άλογα για την ελληνοτουρκική φιλία

[Εψιλον]

Ένα μεσημέρι στα μέσα Απριλίου, στο διαμέρισμα του Ελληνοαμερικανού ζωγράφου Φίλιππου Τσιάρα στη Νέα Υόρκη, δίπλα στην είσοδο της γέφυρας Μπρούκλιν, ο Φίλιππος και ο Τούρκος ζωγράφος Μπέντρι Μπάικαμ τελειώνουν ένα γρήγορο γεύμα και ετοιμάζονται να ανέβουν στο στούντιο. Θα ζωγραφίσουν από κοινού δύο πίνακες, που, μαζί με άλλα σαράντα έργα τους, θα εκτεθούν σε κοινή έκθεση στην Τεχνόπολη στο Γκάζι και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Θέλουν να δείξουν ότι, παρά τα όσα Ελληνες και Τούρκοι έχουν διδαχτεί, μπορούν να δημιουργούν μαζί.

«Πρέπει να ξεπεράσουμε τα ανακλαστικά που έχουμε μάθει να έχουμε ο ένας για τον άλλο», λέει ο Μπέντρι. «Με τη λογική και την ανθρωπιά μας, πρέπει να σφίξουμε τα χέρια και να φτάσουμε σε μια νέα συνείδηση. Χωρίς να κοιτάμε συνέχεια πίσω, χωρίς επιτέλους να σκοτώνουμε συμβολικά ο ένας τον άλλο, πρέπει τώρα να κοιτάξουμε το μέλλον».

«Οι Τούρκοι έχουν πολλές ομοιότητες με τους Έλληνες», λέει ο Φίλιππος, που είχε την ιδέα της έκθεσης πριν δύο χρόνια. «Έχουμε τόσες κοινές λέξεις, τόσες ομοιότητες στο φαγητό, και γενικότερα στη ζωή, που είμαστε ‘ούνα φάτσα ούνα ράτσα’, πολύ περισσότερο από ό,τι με τους Ιταλούς».

Στην πορεία της προσωπικής τους σχέσης, το Φίλιππο και το Μπέντρι ενώνει η κοινή εμπειρία της ζωής στην Αμερική (ο Φίλιππος γεννήθηκε στο Νιου Χάμσαϊρ και ζει στη Νέα Υόρκη, ο Μπέντρι σπούδασε για χρόνια στο Σαν Φρανσίσκο πριν γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη). Τους ενώνει επίσης η ταυτότητα ενός φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού, που δεν αρνείται τα εθνικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν τα αφήνει να κυριαρχήσουν. Και, το σημαντικότερο για την καλλιτεχνική δημιουργία, τους ενώνουν μια κοινή αντίληψη για την τέχνη και μια κοινή τεχνική ζωγραφικής: ο ζωγράφος δημιουργεί αυτόματα ακολουθώντας το ασυνείδητο, όχι τους κώδικες της αναπαράστασης.

Ετσι, για τους πίνακες της ελληνοτουρκικής φιλίας, δεν υπάρχει σχέδιο, μόνο ένας τίτλος: άλογα για την ειρήνη. «Το άλογο δεν έχει πολιτική τακτική», λέει ο Φίλιππος. «Απ’όλα τα ζώα, είναι το πιο μυώδες και το πιο ευγενές». «Κι έχει επίσης αναπτυγμένο ένστικτο και είναι γοητευτικό», λέει ο Μπέντρι. «Βρίσκεται πλάι στον άνθρωπο, χωρίς να είναι κατοικίδιο. Πολύ ανεξάρτητο, αλλά με μπέσα».

Η μπέσα είναι το στοιχείο που επιτρέπει στη συνεργασία να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί, παρά τις διαφορές των ορίων που κρύβει η ανεξαρτησία. Όρια όχι πια εθνικά, αλλά προσωπικά και καλλιτεχνικά. «Όταν δουλεύεις με κάποιον, είναι ψυχολογικός πόλεμος», λέει ο Φίλιππος, καθώς ετοιμάζεται να ανέβει στο στούντιο. «Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ότι κάποιος άλλος μπαίνει στο χώρο σου. Είναι ζωώδες, έχει να κάνει με το ένστικτο της κτητικότητας. Πολλοί καλλιτέχνες ούτε καν θα άντεχαν την ιδέα να συνεργαστούν».

Στον τοίχο στο στούντιο κρέμεται ο λευκός καμβάς. Τριγύρω στοιβαγμένοι πίνακες, τελειωμένα και μισοτελειωμένα έργα και προσχέδια. Ο Φίλιππος τοποθετεί σ’ένα πάγκο τα πινέλα, δύο από κάθε μέγεθος, ο Μπέντρι περιεργάζεται τα μολύβια, τα μπουκάλια με τα ακρυλικά χρώματα, και τα σωληνάρια με τις λαδομπογιές.

«Λάδι», λέει. «Έχω να ζωγραφίσω με λάδι 20 χρόνια».

«Μυρίζει ωραία», λέει ο Φίλιππος.

Πηγαινοέρχονται με νευρικότητα, θα έλεγες με τρακ, ώσπου κάποια στιγμή αποφασίζουν να ξεκινήσουν.

Ο Φίλιππος γεμίζει τον καμβά με κόκκινα σημάδια. Ο Μπέντρι βουτά το πινέλο σε μπλε και με γρήγορες πινελιές σχεδιάζει το περίγραμμα ενός αλόγου. Ο Φίλιππος σχεδιάζει ένα ακόμη άλογο και ο Μπέντρι βάφει κόκκινο το πηγούνι του.

Για λίγο, ακούγεται μόνο ο ήχος από τη νευρική επαφή των πινέλων στον καμβά. Από το παράθυρο φαίνονται τα φώτα των αυτοκινήτων καθώς μπαίνουν στο Μανχάταν από τη γέφυρα Μπρούκλιν. Έχει σουρουπώσει.

Ο Μπέντρι ψεκάζει νερό στον καμβά, τα χρώματα κυλούν στη ζελατίνα που καλύπτει το πάτωμα.

«Μπέντρι, τώρα πρέπει να σε τιμωρήσουμε», λέει ο Φίλιππος και χαμογελά.

Κι άλλα άλογα έχουν εμφανιστεί, το φόντο έχει αρχίσει να γεμίζει. Ο Μπέντρι ξαναψεκάζει με νερό, τα χρώματα κυλούν και πάλι.

Ο Φίλιππος αγριοκοιτάζει. «Τι λες, να αφήσουμε κενά στον πίνακα;», ρωτά. «Θέλω να ελαφρώσω λίγο το μαύρο, έχουμε πολύ σκούρο».

«Προχώρα», λέει ο Μπέντρι. «Όπως είπε ο Πικάσσο, δεν πρέπει να φοβόμαστε να καταστρέφουμε».

Ο Φίλιππος σχηματίζει τη φιγούρα ενός γυναικείου σώματος με κεφάλι αλόγου, ο Μπέντρι γράφει πάνω της: «τα άλογα δεν θα πεθάνουν μόνο και μόνο επειδή γαυγίζουν τα σκυλιά». Είναι μια ρουμάνικη παροιμία που έχει χρησιμοποιήσει ως προμετωπίδα σε ένα λεύκωμά του.

«Πλησιάζουμε προς το τέλος», λέει ο Φίλιππος.

Χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας. «Μέρχαμπα», φωνάζει ο Μπέντρι από τη σκάλα. «Μέρχαμπα», «μέρχαμπα», ακούγεται. Δύο δημοσιογράφοι από το τουρκικό CNN και την εφημερίδα Τζουμ Χουριέτ έχουν έρθει για να καλύψουν τη συνεργασία. Ο Μπέντρι κάνει δηλώσεις, ποζάρει, παίρνει μια κούπα καφέ και την αδειάζει στον καμβά. Ο Φίλιππος εξηγεί την ιδέα της έκθεσης, και τους προσκαλεί στο πάρτι που θα γίνει τη μεθεπόμενη.

Φεύγουν και ο Μπέντρι χαμογελά. «Ρώτησαν πόση ώρα μας πήρε να κάνουμε τον πίνακα», λέει. «Οι αστοί δεν αντέχουν την ιδέα ότι περνάμε καλά στη δουλειά μας».

Στέκονται σε απόσταση, κοιτάζουν τον πίνακα, διορθώνουν κάποια σημεία.

«Το κεφάλι του αλόγου πάνω στη γυναίκα λειτουργεί καλά», λέει ο Μπέντρι.

«Έγραψες όμως την ατάκα για τα άλογα πάνω του», λέει ο Φίλιππος.

«Α, ήταν εκεί από πριν;», λέει ο Μπέντρι. «Λειτουργεί καλά πάντως».

Υπογράφουν στην κάτω δεξιά γωνία, ο Μπέντρι με πορτοκαλί κατευθείαν από το σωληνάριο, ο Φίλιππος με πινέλο βουτηγμένο σε μαύρο.

«Φίλιππε, δεν έχεις ιδέα πόσο καθαρά δούλεψα σήμερα», λέει ο Μπέντρι. «Ήταν η πιο καθαρή δουλειά που έχω κάνει»

«Συνέχισε έτσι», λέει με χαμόγελο ο Φίλιππος. «Ίσως μάθεις κάτι διαφορετικό αυτές τις μέρες».

Το πρωί της μεθεπόμενης, ανεβαίνουν στη γέφυρα Μπρούκλιν για να τραβήξουν υλικό για το βίντεο που θα προβάλλεται κατά τη διάρκεια της έκθεσης. Ανακατεύονται με τους τουρίστες, σπρώχνονται από τους ποδηλάτες, χαζεύουν τα αυτοκίνητα στο κάτω διάζωμα, ατενίζουν το Μανχάταν, κάνουν αστεία, αγκαλιάζονται, ποζάρουν.

«Η Νέα Υόρκη είναι οικουμενική, είναι πέρα από το έδαφος των ΗΠΑ», λέει ο Μπέντρι. «Είναι η έδρα του ΟΗΕ, είναι το έδαφος του ανθρώπινου είδους, όλων των κρατών, όλων των εθνοτήτων. Ένα αστραφτερό καλλιτεχνικό και ανθρώπινο κέντρο».

«Είναι ένα διεθνές έδαφος όπου ο καθένας μπορεί να έρθει και να γίνει όποιος θέλει», λέει ο Φίλιππος.

Zητούν από μια τουρίστρια να τους βγάλει φωτογραφία. Είναι Πολωνέζα ηθοποιός σε περιοδεία. Την προσκαλούν στο πάρτι το βράδυ.

«Φτάσαμε στο τελικό αποτέλεσμα με πολύ προσπάθεια», λέει ο Φίλιππος. «Με λίγη δουλειά ακόμη θα τα καταφέρουμε».

«Δεν ήταν πρόβα, όμως», λέει ο Μπέντρι, «ήταν επίτευγμα. Υπογράψαμε τον πίνακα. Για να υπογράψουμε, πρέπει να μας ικανοποιεί. Ο πίνακας μας μιλά κάποια στιγμή και μας λέει, εντάξει, έτοιμος, δώστε μου τα τελευταία χάδια».

«Είναι σημαντικό να ξέρεις ότι βρίσκεσαι στον πίνακα, με την έννοια ότι ο πίνακας έχει την υπογραφή σου», λέει ο Φίλιππος. «Αλλά είναι επίσης σημαντικό να κάνεις ένα βήμα πίσω και να δεις αν μπορείς να μπεις στο μυαλό του άλλου και να κάνεις μια ζωγραφική διαφορετική από τη δική σου. Αυτό είναι δύσκολο και παίρνει χρόνο».

Στο στούντιο, τα χρώματα στον πίνακα που ζωγράφισαν την προ-προηγούμενη έχουν στεγνώσει και ο πίνακας έχει χάσει την αρχική του λάμψη, μοιάζει να έχει ηλικιωθεί. Τον μεταφέρουν στον τρίτο όροφο για το πάρτι και στη θέση του τοποθετούν έναν καινούργιο λευκό καμβά.

Αρχίζουν να ζωγραφίζουν, πιο συγκεντρωμένοι, με μεγαλύτερη ένταση από την πρώτη φορά. Σχηματίζουν δυο άλογα με άξονα τις δύο διαγώνιες του πίνακα, το καθένα κοιτώντας στην αντίθετη κατεύθυνση από το άλλο. Ο Μπέντρι ανοίγει ένα σπρέι και ψεκάζει.

«Πω πω, βρωμάει», λέει ο Φίλιππος.

Συνεχίζουν να προσθέτουν σχήματα και χρώματα, να διορθώνουν λεπτομέρειες και να γεμίζουν το φόντο, ώσπου ο Μπέντρι παίρνει το πινέλο και γράφει στο κέντρο του πίνακα: «Φιλί στο σκοτάδι».

Ο Φίλιππος σταματά να ζωγραφίζει. «Δεν μπορείς να συγκρατηθείς;», λέει. «Προσπαθούμε να κάνουμε κάτι μαζί».

«Φίλιππε, μπορείς να το σβήσεις αν θέλεις».

«Μα δεν θες να κάνουμε κάτι καινούργιο; Γιατί δεν βλέπεις τη συνεργασία σαν ευκαιρία για κάτι καινούριο»;

«Μα η συνεργασία δεν γίνεται με συνειδητή επεξεργασία του πίνακα. Δεν λέμε ότι τόσο ποσοστό του πίνακα θα το κάνω εγώ, τόσο θα κάνεις εσύ. Αν κάτι δεν σου αρέσει, μπορείς να το αλλάξεις. Αυτή είναι η διαδικασία του πίνακα, δημιουργούμε και καταστρέφουμε».

«Αλλά πρέπει ν’αφήσουμε τους τρόπους μας, το εγώ μας, να ενωθούν σ’ένα κοινό αποτέλεσμα», λέει ο Φίλιππος.

Αρχίζουν και πάλι να ζωγραφίζουν, ώσπου μπαίνουν η Σίμπιλ, η γυναίκα του Μπέντρι, και η Κάρεν, η φίλη του Φίλιππου και τους διακόπτουν. Είναι ώρα για το πάρτι.

«Είμαι έτοιμος να υπογράψω», λέει ο Μπέντρι.

«Εννοείς όπως είναι;», ρωτάει ο Φίλιππος.

«Ένας πίνακας σαν αυτόν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ ακόμη. Αλλά αρχίζει να μου αρέσει. Υπάρχουν αντιθέσεις και μια αίσθηση ωμότητας που αρχίζει να μου αρέσει», λέει ο Μπέντρι.

Συμφωνούν να προσθέσουν κάποιες πινελιές και να υπογράψουν.

Στο σαλόνι του τρίτου ορόφου έχει διακοσμηθεί για την περίσταση με έργα του Φίλιππου και του Μπέντρι. Στην άκρη ενός τοίχου κρέμεται ο πρώτος πίνακας που ζωγράφισαν μαζί.

Γνωρίζεις ότι είσαι στη Νέα Υόρκη όταν σε ένα πάρτι με 70 καλεσμένους βρίσκονται κριτικοί και συλλέκτες τέχνης, δύο δημοσιογράφοι του CNN και μια πολωνέζα ηθοποιός. Σχολιάζουν τους πίνακες, ξεφυλίζουν τους καταλόγους, στρατηγικά τοποθετημένους σε διάφορα σημεία, ρωτούν για τη συνεργασία. Ο Φίλιππος και ο Μπέντρι γυρνάνε από παρέα σε παρέα, περνάνε καλά.

Στο τέλος της βραδιάς, μεταξύ τους πια, ο Φίλιππος, η Κάρεν, ο Μπέντρι και η Σίμπιλ, περιεργάζονται τον πίνακα της ελληνοτουρκικής φιλίας.

«Αυτά τα βλέφαρα τα έχει κάνει ο Μπέντρι», λέει η Κάρεν. «Ο Φίλιππος δεν ζωγραφίζει ποτέ βλέφαρα στα μάτια των αλόγων».

«Κι αυτό το περίγραμμα του αλόγου είναι σίγουρα του Φίλιππου», λέει η Σίμπιλ.

Λένε ότι οι περισσότεροι καλεσμένοι προτίμησαν το δεύτερο πίνακα, που βρίσκεται ακόμα στο στούντιο, κι ας είναι περισσότερο βίαιος από τον πρώτο.

«Όταν λέμε ότι θα ζωγραφίσουμε μαζί άλογα για την ειρήνη, δε σημαίνει ότι θα κάνουμε συμβολικούς πίνακες με ωραία άλογα που θα φιλάνε το ένα το άλλο», λέει ο Μπέντρι. «Δεν κάνουμε συμβολικές εικόνες ειρήνης, σημασία έχει η συνεργασία. Ο πίνακας έχει τη γενική εικονογραφία των αλόγων και την κοινή μας ενέργεια, που είναι πολύχρωμη, πολεμική, εκστασιακή, δεν έχει σημασία”.

«Σωστά», λέει ο Φίλιππος. «Αν δεις τη Γκέρνικα του Πικάσσο, που έγινε μετά το βομβαρδισμό της πόλης, τα άλογα υποφέρουν, αλλά είναι σύμβολο και μνημείο για την ιδέα της ειρήνης. Τα δικά μας άλογα μπορούν επίσης να είναι θυμωμένα».

«Κουβαλούν το βάρος του αιώνα μας», λέει ο Μπέντρι.

«Και επίσης το προσωπικό μας παρελθόν, το στυλ μας, τους τρόπους μας», λέει ο Φίλιππος.

____________

Κρίσιμες συνεργασίες

Mέχρι σήμερα, Ελληνες και Τούρκοι σπάνια δείχνουν διάθεση ν’αναγνωρίζουν τα κοινά τους στοιχεία, προϊόν γεωγραφικής γειτνίασης και 400 χρόνων οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή. Συνήθως οι συνεργασίες Ελλήνων και Τούρκων καλλιτεχνών, τις λίγες φορές που επιχειρήθηκαν, έχουν προκαλέσει μικρές εθνικές κρίσεις. Συνέβη με τις συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη και του Ζουλφου Λιβανελί τη δεκαετία του ’80 και με τις συναυλίες του Σάκη Ρουβά και του Μουράκ Κουκ τη δεκαετία του ’90.

Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μετά τους σεισμούς του 1999 και με αποκορύφωμα την επίσκεψη του Ταγίπ Έρντογαν στην Αθήνα, οι δύο χώρες έχουν κάνει σταθερά βήματα συμφιλίωσης. Η συνεργασία του Φίλιππου και του Μπέντρι περισσότερο επισφραγίζει, παρά αντιτίθεται στις πολιτικές εξελίξεις.

____________

Ποιοι είναι

Ο Μπέντρι, ετών 47, έκανε την πρώτη έκθεσή του σε ηλικία 6 ετών και αμέσως θεωρήθηκε παιδί θαύμα από το διεθνή τύπο, ο οποίος τον χαιρέτισε ως τον «Τούρκο Ματίς». Στα έργα του περιλαμβάνονται μια σειρά εμπνευσμένη από σοφτ πορνοπεριοδικά, πολιτικά έργα, και εγκαταστάσεις που μετατρέπουν χώρους ενός μουσείου σε μπαρ με δυνατότητα συμμετοχής των επισκεπτών. Το όνομά του απασχολεί τον διεθνή και τουρκικό τύπο για την κριτική που ασκεί στη Δύση, την οποία κατηγορεί για αποκλεισμό καλλιτεχνών της περιφέρειας, και για την πολιτική του δραστηριότητα (είναι ηγετικό στέλεχος του κεμαλικού κόμματος CHP).

Ο Φίλιππος, ετών 52, ασχολήθηκε με φωτογραφία και ποίηση στα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, και, με την αποφοίτησή του, βραβεύτηκε με το σημαντικό Βραβείο Ποίησης της Αμερικανικής Ακαδημίας. Εξέδωσε το Οικογενειακό Άλμπουμ, ένα φωτογραφικό λεύκωμα με σουρεαλιστικές φωτογραφίες για τη ζωή στο πατρικό σπίτι του στην Αμερική, και στράφηκε στη ζωγραφική, τα κεραμεικά, και το γιαλί. Έχει εκθέσει σε πολλές χώρες, ενώ πέντε πίνακές του βρίσκονται στη συλλογή ενός από τα μεγαλύτερα μουσεία στον κόσμο, το Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης.

-*-

Εντι Ράμα: "Τα Τίρανα δεν θα γίνουν ποτέ Παρίσι, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το προσπαθούμε..."


[Εψιλον, 16/11/03]

Πριν μερικά χρόνια, το πάρκο δίπλα στο Κοινοβούλιο των Τιράνων ήταν γνωστό για την εγκατάλειψή του στο έλεος του χρόνου και τα νερά της βροχής, που το μετέτρεπαν σε λασπότοπο σε κάθε μπόρα, και για τα φθηνά εσώρουχα που κρεμούσαν οι μικροπωλητές ανάμεσα στα δέντρα. Όχι πια. Τώρα το πάρκο έχει ευδιάκριτους δρόμους, παρτέρια με φρεσκοφυτεμένο γκαζόν, παγκάκια, και συντριβάνι που λειτουργεί. Τα εσώρουχα ανήκουν στο παρελθόν.

Η μεταμόρφωση του πάρκου είναι ένα από τα έργα που έχουν χαρίσει στο Δημάρχο Τιράνων Έντι Ράμα το χαρακτηρισμό «φαινόμενο», σελίδες επί σελίδων στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, το βραβείο Εξάλειψης Φτώχειας για το 2002 από τα χέρια του Κόφι Ανάν, και μια πανηγυρική επανεκλογή τον περασμένο μήνα με ποσοστό 58,49 τοις εκατό.

Πριν ασχοληθεί με την τοπική αυτοδιοίκηση, ο Εντι Ράμα ασχολούταν με τη ζωγραφική, με έδρα κυρίως το Παρίσι. Σήμερα, 38 ετών, ως δήμαρχος Τιράνων, έχει βαλθεί να εκσυγχρονίσει μια από τις φτωχότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. «Τα Τίρανα δεν θα γίνουν ποτέ Παρίσι ή Ρώμη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το προσπαθούμε», λέει στο Ε μετά από μια πρόσφατη ομιλία του στο Χάρβαρντ, όπου βρέθηκε προσκεκλημένος του Προγράμματος Κόκκαλη.

Ανάμεσα στο κοινό βρίσκεται ένας άλλος γνωστός πρώην δήμαρχος από τη νότια Ευρώπη, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, που, μετά τη λήξη της θητείας του στο Δήμο Αθηναίων, βρέθηκε στο Χάρβαρντ ως ερευνητής του Ινστιτούτου Πολιτικής. Η παρουσία του δεν ήταν τυχαία. Ο Έντι Ράμα θεωρεί το Δημήτρη Αβραμόπουλο εμπνευστή και σύμβουλο. «Το όνειρό μου ήταν να κάνω σε μικρότερη κλίμακα στα Τίρανα ό,τι έκανε σε μεγαλύτερη κλίμακα ο Αβραμόπουλος στην Αθήνα», λέει.

Για παράδειγμα, τη δημιουργία δημοτικής αστυνομίας. «Όταν επισκέφτηκα την Αθήνα», λέει, «ρώτησα το δήμαρχο πώς κατάφερε να δημιουργήσει δημοτική αστυνομία. Μου είπε ότι ‘απλώς την εμφάνισε’. Ότι είχε κάνει πολλές συζητήσεις και ότι όλοι του έλεγαν ‘ναι’ στα χαρτιά, αλλά στην πράξη ήταν αρνητικοί. Έτσι, απλώς την εμφάνισε. Επέστρεψα στα Τίρανα κι έκανα το ίδιο. Ετοιμάσαμε στολές για 30 άτομα και κάναμε την τελετή. Σοκαρίστηκαν όλοι, αλλά στη συνέχεια με υποστήριξαν».

«Χαίρομαι που αυτού του είδους οι δράσεις υιοθετούνται και σε άλλες χώρες», λέει στο Ε ο Δημήτρης Αβραμόπουλος. «Όπου δεν μπορεί να προέλθει αποτέλεσμα από συνεννόηση, τότε στο όνομα του κοινού καλού, πρέπει να επιβάλλουμε τις αποφάσεις μας αγωνιστικά». Και δεν φείδεται επαίνων για τον Ράμα: «συνδυάζει ακεραιότητα, ευαισθησία, περηφάνεια και οραματισμούς. Ανήκει στη νέα γενιά πολιτικών της Ευρώπης που φιλοδοξούν να φέρουν περισσότερο πολιτισμό στην πολιτική».

Στην κυκλική αίθουσα της Σχολής Διακυβέρνησης Κένεντι, ο Έντι Ράμα σκύβει ελαφρά, ακουμπά στο βάθρο, και κοιτάζει την οθόνη προβολής, όπου εναλλάσσονται φωτογραφίες από τα Τίρανα, πριν και μετά: το δημαρχιακό μέγαρο εγκαταλελειμμένο, και στη συνέχεια ανακαινισμένο και αναβαθμισμένο με αίθουσα ηλεκτρονικών υπολογιστών . τα αυθαίρετα στον ποταμό Λάνα, και μετά οι κατεδαφίσεις και οι χώροι πρασίνου στις όχθες του ποταμού . το πάρκο του Κοινοβουλίου με τα εσώρουχα και χωρίς τα εσώρουχα . το ανακαινισμένο Πανεπιστήμιο . τα πρώην γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος που τώρα είναι ξενοδοχείο για κοσμικούς και επιχειρηματίες.

Μιλάει αργά, με παύσεις, σαν να σκέφτεται τη συνέχεια του λόγου του, και συνοδεύει τις φράσεις του με αδρές χειρονομίες. Η φωνή του βαριά, βραχνή. Η ματιά του άλλοτε έντονη, απαιτητική, και άλλοτε αφηρημένη, εσωστρεφής, σαν να παρακολουθεί τις σκέψεις του να σχηματοποιούνται σε προτάσεις.

Φορά κοστούμι, αλλά δεν μοιάζει με κανέναν από όσους βρίσκονται στην αίθουσα. Είναι ψηλότερος από 2 μέτρα και ογκώδης. Κοντοκουρεμένος, με αρχή φαλάκρας στο μέτωπο, και γένεια τριών ημερών. Φορά μαύρο παντελόνι, πεντάκουμπο ημίπαλτο σακάκι με κουμπωμένα τα τέσσερα κουμπιά, μαύρο πουκάμισο και γραββάτα με ασπρόμαυρο λαχούρι. Περισσότερο σταρ του Χόλιγουντ παρά πολιτικός. «Δεν είμαι πραγματικός πολιτικός», λέει. «Οι νέοι έρχονται κοντά μου γιατί τους αρέσει ο τρόπος που μιλάω, ο τρόπος που ντύνομαι. Η εμφάνισή μου δεν είναι και τόσο πολιτικά ορθή».

Σχεδιάζει ο ίδιος τα ρούχα του, διότι δυσκολεύεται να βρει το μέγεθός του και, κυρίως, διότι θεωρεί την εμφάνιση κατεξοχήν μέσο ατομικής έκφρασης. «Πάντα είχα μανία με την ατομικότητα», λέει. «Όταν ήμουν στο σχολείο, είχαμε κομουνιστικό καθεστώς και δεν μας επιτρεπόταν να έχουμε μακριά μαλλιά ή γενειάδα. Οι μικρές υπερβάσεις στο ντύσιμο σήμαιναν πολιτική αντίθεση».

Το πρώτο που ο Ράμα άλλαξε στο Δημαρχιακό μέγαρο, πριν ακόμη τοποθετήσει νέους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και ανακαινίσει τις αίθουσες υποδοχής, ήταν να τοποθετήσει σε θέσεις ευθύνης γυναίκες. Οι δύο αντιδήμαρχοι και τέσσερις από τους πέντε γενικούς διευθυντές είναι γένους θηλυκού, γεγονός πρωτόγνωρο για την Αλβανία, αν όχι για όλη την περιοχή των Βαλκανίων. «Όλες τους μιλούν ξένες γλώσσες, ξέρουν πώς να επικοινωνούν και κυρίως εργάζονται περισσότερο από το επίσημο οκτάωρο», λέει ο Ράμα.

Έξω από το δημαρχιακό μέγαρο, πρώτος στόχος ήταν να διώξει τη μιζέρια. Όπλο του, το χρώμα. Εξωτερικοί τοίχοι, λεπτομέρειες και διακοσμητικά στοιχεία των δημόσιων κτιρίων βάφτηκαν σε έντονο κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, μπλε. Η πόλη μοιάζει εμπνευσμένη από πίνακα του Μοντριάν.

«Κάποια χρώματα μπορούν μερικές φορές να αλλάξουν τελείως ένα κτίριο. Στα Τίρανα έχουμε πολλά φριχτά κτίρια της νεότερης εποχής. Αυτά τα κτίρια μπορούν να σωθούν μόνο αν χρωματιστούν», λέει.

Και προτείνει τη μέθοδό του στους Αθηναίους: «Στην Αθήνα έχετε το ίδιο πρόβλημα με πολλά νεότερα κτίρια. Πολλοί χώροι θα μπορούσαν να αποκτήσουν χρώμα. Βέβαια η Αθήνα έχει περισσότερο φως από τα Τίρανα, ίσως και να κάνω λάθος».

Δεύτερος στόχος του ήταν να δημιουργήσει χώρους πρασίνου και να επιβάλει την τάξη. Κατεδάφισε περισσότερα από 90 αυθαίρετα κτίρια που είχαν κτιστεί την τελευταία δεκαετία κατά μήκος του ποταμού Λάνα. «Οι επιχειρήσεις αυτές ήταν εκεί χωρίς να πληρώνουν νοίκι ή φόρους. Έβγαλαν πολλά λεφτά. Τις αναγκάσαμε να συνταχθούν με το νόμο ώστε να συμμετέχουν στα έσοδα του δήμου», λέει. Σε όλα τα Τίρανα φυτεύτηκαν 1.800 δέντρα και δημιουργήθηκαν περίπου 100.000 τετραγωνικά μέτρα πρασίνου και πάρκων.

Οι διαφωνίες και οι αντιδράσεις δεν λείπουν.

Ο δήμαρχος κατηγορείται ότι αμελεί τις συνοικίες έξω από το κέντρο της πόλης, ότι κάνει έργα βιτρίνας και όχι υποδομής, και ότι επιβάλλει τη δική του αισθητική, χωρίς να σέβεται την ιστορία της πόλης.

Για τα έργα βιτρίνας και την ιδιαίτερη προσοχή που δίνει στο κέντρο της πόλης, ο Ράμα απαντά ότι «από κάπου πρέπει να αρχίσει» και αναγνωρίζει ότι «μένουν πολλά να γίνουν» –αποκομιδή σκουπιδιών και αποχέτευση είναι δύο μόνο από τα βασικά.

Σημασία, λέει, έχει η ποιότητα των έργων και να προχωρά κανείς προσεκτικά. «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε όλη την πόλη σε πέντε ή δέκα χρόνια, αλλά είναι σημαντικό ο κόσμος να μπορεί να βλέπει την αλλαγή», λέει. «Προτιμώ να γίνονται μικρές και άρτιες παρεμβάσεις καθημερινά, παρά μεγάλης κλίμακας αλλαγές που είναι πρόχειρες. Πολλές μικρές ποιοτικές αλλαγές κάνουν μια μεγάλη αλλαγή».

Αυτό είναι το μάθημα που κράτησε από την ιστορία. «Πάντα στην Αλβανία είχαμε μεγάλα σχέδια: τις πυραμίδες του κομμουνιστικού καθεστώτος, τις οικονομικές πυραμίδες. Όλα αυτά γκρεμίστηκαν διότι ήταν μεγάλα όνειρα, όνειρα του ανέφικτου. Είναι πολύ επικίνδυνο μια μικρή χώρα να έχει μεγάλα όνειρα. Εμείς έχουμε μεγάλη θέληση, αλλά όχι μεγάλα σχέδια. Άλλωστε τα οικονομικά μας δεν μας το επιτρέπουν».

Σε ζητήματα αισθητικής ο Έντι Ράμα είναι κάθετος.

«Αντιλαμβάνομαι την εκλογή μου ως εξουσιοδότηση να εφαρμόσω το πρόγραμμά μου. Δεν μπορείς να συζητήσεις για τα χρώματα, είναι κάτι στο οποίο δεν μπορούν να συμφωνήσουν όλοι. Έπειτα, τα χρώματα είναι θέμα επιλογής, όχι συμφωνίας. Τρίτο, τα χρώματα είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν. Και τέταρτο, τα χρώματα μπορούν να αλλάξουν εύκολα».

Συνεχίζει: «Δεν αληθεύει πως κάθε τι παλιό πρέπει να διατηρηθεί. Κάθε γενιά έχει δικαίωμα να ονειρεύεται τη δική της πόλη. Δεν μπορούμε να κάνουμε τους πάντες ευτυχισμένους. Έπρεπε να αποφασίσουμε να γκρεμίσουμε, αλλά πάντοτε με προσοχή».

Με δεδομένη τη μαζική μετανάστευση των Αλβανών προς αναζήτηση εργασίας και καλύτερης ζωής, η δημιουργία μιας πόλης θελκτικής και βιώσιμης αποκτά μια επιπλέον σημασία, είναι ένα παράδειγμα ότι επιτέλους κάτι αλλάζει. «Το ερώτημα για μας ήταν βασανιστικό», λέει ο Ράμα. «Θα αποκτήσουμε μια πόλη από την οποία δεν θα μπαίνουμε σε πειρασμό κάθε λεπτό να φύγουμε; Δείξαμε ότι η πόλη μπορεί να αλλάξει, δείξαμε μόνο ένα ίχνος αυτού που η πόλη μπορεί να γίνει στο μέλλον».

Τον ρωτώ αν θέλει να πει κάτι στους συμπατριώτες του που ζουν στην Ελλάδα. Αρνείται, αλλά λέει ότι έχει να πει κάτι στους Έλληνες: «Πρέπει να μην ξεχνούν ότι στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αλβανοί προσφέρθηκαν με μεγάλη προθυμία να τους βοηθήσουν, όπως κάθε καλός γείτονας θα έκανε. Δεν πρέπει να το ξεχνούν. Γιατί νομίζω ότι υπάρχει ένα κλίμα ρατσισμού στην Ελλάδα προς τους Αλβανούς, και είναι ντροπή. Δε λέω ότι ο ρατσισμός κυριαρχεί, διότι πολλοί Έλληνες δεν συμφωνούν μ’αυτή την κτηνώδη συμπεριφορά. Αλλά αυτό που περνάνε οι Αλβανοί είναι ντροπή για μια χώρα που εκπροσωπείται σε ένα από τα κίτρινα αστέρια της μπλε σημαίας της Ευρώπης. Φυσικά πολλοί Αλβανοί δεν συμπεριφέρθηκαν σωστά, αλλά αυτό δεν πρέπει να το γενικεύσουμε και να δούμε όλους τους Αλβανούς σαν εγκληματίες ή πολίτες δεύτερης κατηγορίας».

Η πλειοψηφία των κατοίκων Τιράνων αγκάλιασε το Δήμαρχό της και τον επανεξέλεξε πανηγυρικά στις δημοτικές εκλογές τον περασμένο Οκτώβριο. Σε μια πόλη περίπου 600 χιλιάδων, όπου οι διακοπές ηλεκτρικού και νερού είναι στην ημερήσια διάταξη παρά την αναμενόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 7 τοις εκατό αυτό το χρόνο, όπου η διαφθορά κυριαρχεί στη δημόσια ζωή και και οι ανισότητες είναι τεράστιες, η επανεκλογή του Ράμα είναι προσωπική επιτυχία.

Αλλά οι πολιτικές κόντρες καλά κρατούν. Τα αποτελέσματα των εκλογών δεν αναγνώρισε ο Σαλί Μπερίσα, ο πάλαι ποτέ πρόεδρος της χώρας και τώρα ηγέτης της αντιπολίτευσης. Οι σχέσεις των δύο ανδρών κρατούν από παλιά.

Το 1997, όταν η Αλβανία παρέλυε κάτω από το βάρος του σκανδάλου των οικονομικών πυραμίδων και ο τότε πρόεδρος Μπερίσα κατηγορούταν για νοθεία στις εκλογές, ο Ράμα παρενέβη για να ζητήσει συνομιλίες μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Ένα βράδυ, του επιτέθηκαν τρεις κουκουλοφόροι.

«Δέχτηκα ένα δώρο από τον κ. Σαλί Μπερίσα», θα πει αργότερα ο ίδιος. «Αποφάσισε να με στείλει στον Παράδεισο πριν το αποφασίσει ο Θεός κι έστειλε να με περιμένουν στην είσοδο του σπιτιού μου μες στο σκοτάδι κάποιοι με μεταλικούς σωλήνες και όλα τα εργαλεία που χρειάζονται για να στείλεις κάποιον στον Παράδεισο».

Αντί για τον Παράδεισο, ο Ράμα μπήκε στο νοσοκομείο όπου έμεινε πολλούς μήνες. Όταν βγήκε, έφυγε από τα Τίρανα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Είπε ότι δεν θα επιστρέψει ποτέ στα Τίρανα.

Ένα χρόνο μετά, προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο των Τιράνων για να παραστεί στην κηδεία του πατέρα του, γλύπτη και σημαίνοντος προσώπου στην αλβανική κοινωνία.

Την επομένη θα ορκιζόταν η νέα κυβέρνηση του Φάτος Νάνο. Το απόγευμα της κηδείας, σε ένα από τα συλληπητήρια τηλεφωνήματα, ο Ράμα αναγνώρισε στην άλλη άκρη της γραμμής τη φωνή του νέου πρωθυπουργού.

«Κύριε υπουργέ Πολιτισμού», του είπε η φωνή, «θα μείνετε ή θα φύγετε»;

Ο Ράμα έπιασε το υπονοούμενο, δέχτηκε το υπουργείο και έμεινε.

«Μερικές φορές αναρωτιέμαι: τι έκανα, τι έκανα;», λέει.

Η θητεία του στην πολιτική δεν έχει αλλάξει μόνο τα Τίρανα, έχει αλλάξει και τον ίδιο. «Υπάρχει μια μόνιμη ένταση ανάμεσα στην ηθική σου και στις πράξεις σου», λέει. «Χρειάζεται να κάνεις συμβιβασμούς, για παράδειγμα να βρίσκεις τρόπους να μην λες ψέμματα, χωρίς όμως να λες και την αλήθεια. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, μπορεί να σε αλλάξει τελείως. Μετά από διόμισι χρόνια δεν είμαι το ίδιο πρόσωπο, είμαι πια πολύ περισσότερο πολιτικός από ό,τι πριν. Αυτό είναι καλό για τη δουλειά μου, αλλά κακό σε προσωπικό επίπεδο».

Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν μετανιώνει που έμεινε. «Ποιος υπουργός Πολιτισμού μπορεί να καυχηθεί ότι εγκαινίασε τον πρώτο εμπορικό κινηματογράφο με ταινίες του Χόλιγουντ εν έτει 2000;», ρωτάει. «Στο Παρίσι τι άλλο να κάνεις; Από εκεί έχει ήδη περάσει ένας Ναπολέων. Στα Τίρανα έχεις ακόμα πολλά περιθώρια δράσης».